Γιατί η γλώσσα της Καινής Διαθήκης είναι στα αρχαία ελληνικά; Ή μήπως δεν είναι;

Image result for η γλώσσα της Καινής Διαθήκης

Η γλώσσα που συναντούμε στα κείμενα της Καινής Διαθήκης δεν είναι η κλασική αρχαία ελληνική γλώσσα αλλά η “κοινή” ελληνιστική, η γλώσσα δηλαδή των ελληνιστικών χρόνων που αποτελεί την φυσιολογική εξέλιξη της αρχαίας ελληνικής και της οποίας η συνέχεια είναι η νέα ελληνική. Την ελληνιστική κοινή διάδοσε ο Μ. Αλέξανδρος και οι διάδοχοι του στα πέρατα της οικουμένης.

Αντιλαμβανόμαστε το θαύμα και το σχέδιο του Θεού; Οι κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου, οι τόσο πολλές και σε τόσο μεγάλη έκταση δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός ή ίσως ένα πολύ καλά μελετημένος ανθρώπινο σχέδιο. Οι κατακτήσεις σε τόση μεγάλη έκταση διέδωσαν μία κοινή γλώσσα που μπορούσε να αντιληφθεί το μεγαλύτερο μέρος του τότε σύγχρονου κόσμου. Η γλώσσα αυτή λοιπόν αποτέλεσε και την γλώσσα του ευαγγελικού μηνύματος του Θεού, ώστε να γίνει ταυτόχρονα αντιληπτή από πολλούς χωρίς να παρουσιάζονται γλωσσικές δυσκολίες στην μετάδοση του.

Η ελληνιστική λοιπόν γλώσσα που βλέπουμε στην Καινή Διαθήκη ήταν η “δημοτική” της εποχής εκείνης.

Η μετάφραση της Γραφής στη νέα ελληνική παρουσιάστηκε πολύ αργότερα, στα χρόνια της τουρκοκρατίας με την πρώτη πλήρη νεοελληνική μετάφραση να γίνεται από τον μοναχό Μάξιμο Καλλιουπολίτη το 1638.

Η δυσκολότερη καμπή στην ιστορία που επέβαλε και την διατήρηση αναλλοίωτου του κειμένου των Γραφών χωρίς την επίσημη έγκριση της “αυτοκεφάλου Εκκλησία της Ελλάδος και της εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας”  ήταν τα Ευαγγελιανά ή Ευαγγελιακά γεγονότα.

Πολύ σύντομα  στις 9 Σεπτεμβρίου 1901 η εφημερίδα «Ακρόπολις» του Βλάση Γαβριηλίδη άρχισε να δημοσιεύει σε συνέχειες το Ευαγγέλιο του Ματθαίου σε μετάφραση του λογοτέχνη και μέγα δημοτικιστή Αλέξανδρου Πάλλη, υπό τον τίτλο «Το έργον της Βασιλίσσης η “Ακρόπολις” το συνεχίζει». Η αντίδραση των καθηγητών και φοιτητών της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ήταν άμεση. Σε ανακοίνωσή τους χαρακτηρίζουν τη μεταγλώττιση του Πάλλη «γελοιοποίηση των τιμαλφεστέρων του έθνους κειμηλίων».

Τη σκυτάλη παραλαμβάνουν οι εφημερίδες «Σκριπ», «Καιροί» και «Εμπρός», που εμφανίζουν τους δημοτικιστές ως άθεους, προδότες και πράκτορες των Σλάβων, λόγω της ρωσικής καταγωγής της βασίλισσας Όλγας. Στις 17 Οκτωβρίου το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως με έγγραφό του προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος αποδοκίμασε τη μεταγλώττιση ως «βέβηλη». Ο εκδότης της «Ακροπόλεως» βρέθηκε στριμωγμένος από την πληθώρα των αντιδράσεων και τρεις ημέρες αργότερα αποφάσισε τη διακοπή της δημοσίευσης.

Στις 8 Νοεμβρίου διοργανώθηκε μεγάλο συλλαλητήριο στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, με αίτημα τον αφορισμό των υπευθύνων της μεταγλώτισσης. Στις συγκρούσεις που ακολούθησαν με την αστυνομία, τρεις φοιτητές και πέντε πολίτες έχασαν τη ζωή τους (Ν. Πάνστρας, Α. Παπαναστασίου, Ε. Παπαντωνίου, Ε. Δράκος, Ι. Διβάρης, Φ. Ρήγος, Ι. Στεφανίδης, Στράτος, αγνώστων λοιπών στοιχείων), ενώ άλλοι 70 τραυματίστηκαν. Για λίγες ακόμη ημέρες, οι φοιτητές θα παραμείνουν οχυρωμένοι στο πανεπιστήμιο και θα αποχωρήσουν τελικά στις 12 Νοεμβρίου.

Την ίδια ημέρα και υπό το βάρος των αιματηρών εξελίξεων παραιτήθηκε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Προκόπιος Β’ και στις 11 Νοεμβρίου η κυβέρνηση του «τρικουπικού» Γεωργίου Θεοτόκη (11 Νοεμβρίου), αν και διέθετε την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή και την προηγουμένη είχε λάβει ψήφο εμπιστοσύνης.

Έκτοτε, στο Σύνταγμα της Ελλάδος αναφέρετε ρητά η τήρηση αναλλοίωτου του κειμένου των Γραφών χωρίς την επίσημη έγκριση της “αυτοκεφάλου Εκκλησία της Ελλάδος και της εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

π. Ιωάννης Ψωμάς

Πηγές:

Εισαγωγή στη  Καινή Διαθήκη, Ιωάννης Καραβιδόπουλος