Μόνο 10 λεπτά αρκούν (Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος)

Εὐαγγέλιον Κυριακῆς 26 Μαρτίου, Δ΄ Νηστειῶν – Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος (Μαρκ. θ΄ 17-31)

17 καὶ ἀποκριθεὶς εἷς ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπε· διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρός σε, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον. 18 καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν κατα­λάβῃ, ρήσσει αὐτόν, καὶ ἀ­­­φρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται· καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν. 19 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει· ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ἕ­­ως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέ­­ρετε αὐτὸν πρός με. καὶ ἤν­εγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν. 20 καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων. 21 καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ· πόσος χρόνος ἐστίν, ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε· παιδιόθεν. 22 καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν· ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡμᾶς. 23 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ τὸ εἰ δύνασαι ­πιστεῦσαι, πάν­­τα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι. 24 καὶ εὐθέως κράξας ὁ πα­τὴρ τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔλεγε· πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ. 25 ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐ­­πισυντρέχει ὄχλος, ἐπετί­μησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκα­θάρτῳ λέγων αὐτῷ· τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν. 26 καὶ κρᾶξαν καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτὸν ἐξῆλθε, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν. 27 ὁ δὲ Ἰησοῦς κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρὸς ἤγειρεν αὐτόν, καὶ ἀνέστη. 28 Καὶ εἰσελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό. 29 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. 30 Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ· 31 ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐ­τ­οῖς ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦ­­­σιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

17 Τότε ἕνας μέσα ἀπ’ τό πλῆθος τοῦ ἀποκρίθηκε: Διδάσκαλε, σοῦ ἔφερα τόν γιό μου πού ἔχει καταληφθεῖ ἀπό δαιμονικό πνεῦμα, πού τοῦ πῆρε καί τή λαλιά. 18 Καί σ’ ὅποιο μέρος τόν πιάσει, τόν ρίχνει κάτω, κι ἀφρί­ζει καί τρίζει τά δόντια του καί μένει ξερός κι ἀναί­σθητος. Εἶπα στούς μαθητές σου νά τό βγάλουν, ἀλλά δέν μπόρεσαν. 19 Τότε ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀποκρίθηκε: Ὤ γενιά πού τόσα θαύματα εἶδες καί εἶσαι ἀκόμη ἄπιστη! Ἕως πότε θά εἶμαι μαζί σας; Ἕως πότε θά σᾶς ἀνέχομαι; Φέρτε τόν μου ἐδῶ. Καί τόν ἔφεραν κοντά του. 20 Κι ὅταν τό πονηρό πνεῦμα εἶδε τόν Ἰησοῦ, ἀμέσως τάραξε μέ σπασμούς τόν νέο, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἔπεσε κάτω στή γῆ, κυλιόταν κι ἔβγαζε ἀφρούς ἀπ’ τό στόμα του. 21 Τότε ρώτησε ὁ Κύριος τόν πατέρα τοῦ παιδιοῦ: Πό­σος καιρός εἶναι ἀπό τότε πού τοῦ συμβαίνει αὐτό; Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε: Ἀπό μικρό παιδί. 22 Πολλές φορές μάλιστα τόν ἔριξε καί στή φωτιά καί στά νερά γιά νά τοῦ πάρει τή ζωή. Ἀλλά ἐάν μπορεῖς νά κάνεις κάτι, λυπήσου μας καί βοήθησέ μας. 23 Ὁ Ἰησοῦς τότε τοῦ εἶπε τό ἑξῆς: Ἐσύ ἐάν μπορεῖς νά πιστέψεις, ὅλα εἶναι δυνατά σ’ ἐκεῖνον πού πιστεύει. 24 Κι ἀμέσως φώναξε δυνατά ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ μέ δάκρυα καί εἶπε: Πιστεύω, Κύριε, ὅτι ἔχεις τή δύναμη νά μέ βοηθήσεις. Βοήθησέ με ν’ ἀπαλλαγῶ ἀπ’ τήν ὀλιγοπιστία μου καί ἀναπλήρωσε ἐσύ τήν ἔλλειψη τῆς πίστεώς μου. 25 Ὅταν λοιπόν εἶδε ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἔτρεχε ἐκεῖ καί μα­ζευ­όταν πολύς λαός, πρόσταξε αὐστηρά τό ἀ­κά­θαρ­το δαι­μονικό πνεῦμα καί τοῦ εἶπε: Πνεῦμα ἄλα­λο καί κου­φό, ἐγώ σέ διατάζω, βγές ἀπ’ αὐτόν καί μήν ξα­να­μπεῖς ποτέ πιά μέσα του. 26 Τότε τό πονηρό πνεῦμα, ἀφοῦ κραύγασε δυνατά καί συντάραξε τό παιδί, βγῆκε. Κι ὁ νέος ἔγινε σάν νεκρός, ὥστε πολλοί νά λένε ὅτι πέθανε. 27 Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τόν ἔπιασε ἀπ’ τό χέρι καί τόν σήκωσε· κι ἐκεῖνος στάθηκε ὄρθιος. 28 Ὅταν κατόπιν ὁ Κύριος μπῆκε σέ κάποιο σπίτι, τόν ρω­τοῦ­σαν ἰδιαιτέρως οἱ μαθητές του: Γιατί ἐμεῖς δέν μπορέσαμε νά βγάλουμε τό πονηρό πνεῦμα; 29 Κι ἐκεῖνος τούς ἀπάντησε: Αὐτό τό εἶδος τοῦ δαιμονίου δέν βγαίνει μέ τίποτε ἄλλο παρά μέ προσευχή πού συνο­δεύεται μέ νηστεία, ὥστε ἡ προσευχή νά γί­νεται μέ διάνοια ὅσο τό δυνατόν ἐλαφρότερη καί περισσότερο προσηλωμένη στόν Θεό. 30 Κι ἀφοῦ βγῆκαν ἀπό ἐκεῖ, προχωροῦσαν ἀθό­ρυ­βα διασχίζοντας τή Γαλιλαία, ἀκολουθώντας τή δυτική ὄχθη τοῦ Ἰορδάνου. Καί δέν ἤθελε νά μάθει κανείς ὅτι περνοῦσαν ἀπό ἐκεῖ. 31 Διότι ἤθελε νά μένει μόνος του μαζί μέ τούς μαθητές του, τούς ὁποίους συστηματικά πλέον δίδασκε καί τούς ἔλεγε ὅτι ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Μεσσίας, θά πα­ρα­δοθεῖ μετά ἀπό λίγο στά χέρια ἀνθρώπων, κι αὐ­τοί θά τόν θανατώσουν. Κι ἀφοῦ πεθάνει, τήν τρίτη ἡμέρα ἀπό τό θάνατό του θά ἀναστηθεῖ.

Ἀπόστολος Κυριακῆς 26 Μαρτίου, Δ΄ Νηστειῶν – Ἁγ. Ἰωάννου τῆς Κλίμακος (Ἑβρ. ς΄ 13-20)

13 Τῷ γὰρ Ἀβραὰμ ἐπαγγει­λάμενος ὁ Θεός, ἐπεὶ κατ’ οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ’ ἑαυ­τοῦ, 14 λέγων· ἦ μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καὶ πληθύνων πληθυνῶ σε· 15 καὶ οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας. 16 ἄνθρωποι μὲν γὰρ κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσι, καὶ πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρ­κος· 17 ἐν ᾧ περισσότερον βουλόμενος ὁ Θεὸς ἐπιδεῖξαι τοῖς κληρονόμοις τῆς ἐπαγ­γελίας τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ, 18 ἵνα διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀ­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­δύνατον ψεύσασθαι Θε­όν, ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔ­χο­μεν οἱ καταφυγόντες κρα­­τῆ­σαι τῆς προκειμένης ἐλπί­δος· 19 ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος, 20 ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

13 Οἱ ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ θά πραγματοποιηθοῦν ὁπω­σδήποτε. Διότι ὅταν ἔδωσε ὁ Θεός τίς ἐπαγγελίες στόν Ἀβραάμ, ὁρκίστηκε ὅτι θά τίς πραγματοποιήσει. Κι ἐπειδή δέν εἶχε κανέναν ἀνώτερό του ὁ Θεός νά ὁρ­κι­­­στεῖ σ’ αὐτόν, ὁρκίστηκε στόν ἑαυτό του 14 καί εἶπε: Σοῦ ὑπόσχομαι ἀληθινά ὅτι θά σέ εὐλο­γή­σω πολύ πλούσια καί θά πληθύνω πάρα πολύ τούς ἀπο­γόνους σου. 15 Ἔτσι πῆρε ὁ Ἀβραάμ τήν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ. Κι ἀφοῦ περίμενε μέ ὑπομονή πολλά χρόνια, πέτυχε τήν ἐκπλήρωση τῆς εὐλογίας πού τοῦ ὑποσχέθηκε ὁ Θεός, ὡς πρός τό σημεῖο πού ἀναφερόταν στήν ἐπίγεια ζωή του. Ἀπέκτησε δηλαδή ἀπό τή Σάρρα παιδί, ἀπό τό ὁποῖο πληθύνθηκαν οἱ ἀπόγονοι τοῦ πατριάρχη κι ἔγιναν ἕνα μεγάλο ἔθνος. 16 Ὁ Θεός ὁρκίστηκε στόν ἑαυτό του. Οἱ ἄνθρωποι βέβαια ὁρκίζονται στό Θεό, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνώτερος ἀπ’ ὅλους. Καί δίνουν ὅρκο οἱ ἄνθρωποι, γιά νά στα­ματήσουν κάθε ἀντίρρηση καί ἀμφισβήτηση μεταξύ τους καί γιά νά ἐπιβεβαιώσουν τήν ἀλήθεια τῶν λόγων τους. 17 Ἐπειδή λοιπόν μέ τόν ὅρκο ἀποκλείεται κάθε ἀμ­φι­βολία καί ἐπειδή ὁ Θεός ἤθελε νά δείξει καθαρά καί μέ μεγαλύτερη βεβαιότητα σ’ ἐκείνους πού θά κλη­ρο­νομοῦσαν τίς ἐπαγγελίες του ὅτι ἦταν ἀμετάκλητη καί ἀμε­τάθετη ἡ ἀπόφασή του νά πραγματοποιήσει τά ὅσα ὑπο­σχέθηκε, γι’ αὐτό δέχθηκε ἀπό ἄκρα συγκατάβαση καί ἀγαθότητα νά μεσολαβήσει ὅρκος στά λόγια του. 18 Καί δέχθηκε τή μεσολάβηση τοῦ ὅρκου, ὥστε μέ δύο πράγματα στερεά καί ἀμετακίνητα, δηλαδή μέ τήν ὑπό­σχεσή του καί μέ τόν ὅρκο του, στά ὁποῖα εἶ­ναι ἀπο­λύτως ἀδύνατο νά πεῖ ψέματα ὁ Θεός, νά ἔ­­χου­με ἐμεῖς πού καταφύγαμε σ’ αὐτόν μεγάλη ἐνθάρρυνση καί προτροπή καί στήριγμα προκειμένου νά κρατήσουμε δυνατά τήν ἐλπίδα πού βρίσκεται μπροστά μας. 19 Αὐτή τήν ἐλπίδα τήν ἔχουμε σάν ἄγκυρα τῆς ψυχῆς. Αὐτή μᾶς ἀσφαλίζει ἀπό τούς πνευματικούς κινδύνους καί εἶναι σταθερή καί ἀμετακίνητη καί εἰσέρχεται στόν οὐ­ρανό, τόν ὁποῖο εἰκονίζει ὁ ἱερός τόπος τῆς σκηνῆς καί τοῦ ναοῦ πού ἐκτεινόταν πιό μέσα ἀπό τό καταπέτα­σμα καί λεγόταν Ἅγια Ἁγίων. 20 Ἐκεῖ, στόν οὐρανό, ὡς πρόδρομος μπῆκε ὁ Ἰησοῦς πρίν ἀπό μᾶς καί γιά χάρη μας, γιά νά μᾶς ἀνοίξει τό δρόμο καί γιά νά μᾶς ἑτοιμάσει τόπο. Καί ἔτσι ἀνα­δεί­χθηκε ἀρχιερέας ὄχι προσωρινός ἀλλά αἰώνιος, «κατά τήν τάξη Μελχισεδέκ».