Μικρός και Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας: Πότε, γιατί και από ποιους δημιουργήθηκαν.

55695-panagia_mple

Ο Μικρός και Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας στην Υπεραγία Θεοτόκο, είναι από τις πιo λαοφιλείς Ακολουθίες της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας.  Ονομάζονται «Παρακλητικοί» οι δύο Κανόνες στην Υπεραγία Θεοτόκο, επειδὴ οι πιστοί, τα αισθήματα των οποίων εκφράζουν οι Κανόνες, ικετεύουν και παρακαλούν την Παναγία με τις μεσιτείες και πρεσβείες Της προς τον φιλάνθρωπο Θεό και Υιό της (“πολλὰ γὰρ ἰσχύει δέησις μητρὸς πρὸς εὐμένειαν Δεσπότου”), να ικανοποιήσει και να εκπληρώσει τα φλέγοντα αιτήματα των προσευχών των προς Αυτήν (“τάχυνον εἰς πρεσβείαν καὶ σπεῦσον εἰς ἱκεσίαν”).

Όπως αναφέρει ο Καθηγητής Ιωάννης Φουντούλης, οι δύο Κανόνες ονομάζονται «Μικρὸς» ο α´ και «Μέγας» ο β´, ή Μικρὰ καὶ Μεγάλη Παράκλησις, αν και έχουν ίσο αριθμὸ τροπαρίων, 32 συνολικά ο καθένας, 4 σε κάθε ωδή. Όμως τα τροπάρια και οι ειρμοὶ του Μεγάλου Κανόνος είναι εμφανώς εκτενέστερα. Ἀλλ᾿ αυτό, καθώς αναφέρει ο ίδιος Καθηγητής, δεν είναι αρκετὸ για να αιτιολογήσει το επίθετο «Μέγας» σ᾿ αυτόν. Ο σπουδαιότερος λόγος είναι ότι ο Μέγας αυτός Κανόνας ψάλλεται πανηγυρικότερα, ιδιαιτέρως κατὰ την περίοδο του Δεκαπενταυγούστου, όπως δείχνουν και τα εξαποστειλάρια: «Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε, Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα, καὶ σύ, Υἱέ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα».

Ελάχιστη έρευνα έχει γίνει πάνω στις ιστορικές συγκυρίες που οδήγησαν στην ποίηση των δύο Κανόνων όσο και στην τελική μορφολογία των δύο Παρακλήσεων. Το σίγουρο γεγονός της ιστορίας των δύο Παρακλήσεων είναι, ότι ο Κανόνας της Μεγάλης Παρακλήσεως είναι ποίημα του Αυτοκράτορα της Νικαίας Θεοδώρου Β’ Δούκα του Λασκάρεως. Ο τίτλος του Δούκα μας δείχνει ότι συνέθεσε τον Κανόνα πριν την ανάρρησή του στον Θρόνο της Νικαίας, τον Νοέμβριο 1254.

Ο Μικρός Παρακλητικός Κανόνας, που είναι και ο πιο παλιός, αποδίδεται από ορισμένους στο μοναχό Θεοστήρικτο, που έζησε τον ένατο αιώνα, ενώ κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι είναι έργο του Μητροπολίτη Νικαίας Θεοφάνη του Ομολογητή,του Γραπτού, που έζησε τον ίδιο αιώνα. Άλλοι πάλιν τον αποδίδουν στον Άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό. Στο εκκλησιαστικό βιβλίο ΩΡΟΛΟΓΙΟ γράφεται, ότι ο Μικρός Παρακλητικός Κανόνας είναι «Ποίημα Θεοστηρίκτου Μοναχού. Οι δε (υποστηρίζουν) Θεοφάνους». Τα δύο αυτά ονόματα είναι ενδεχόμενο να συμπίπτουν στο ένα και το αυτό πρόσωπο, με την έννοια ότι ο Θεοφάνης ήταν ο μετέπειτα μοναχός Θεοστήρικτος (Ομολογηγητής των Ιερών Εικόνων).

Σύγχρονοι ειδικοὶ ερευνητές (Νικόλαος Τωμαδάκης – Καθηγητὴς Βυζαντινής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών – και Ιωάννης Φουντούλης – Καθηγητής της Λειτουργικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης ) διατυπώνουν τη γνώμη, ότι πρόκειται για ένα και το αυτὸ πρόσωπο, που φέρει δύο ονόματα, το κοσμικό του όνομα Θεοφάνης και το μοναχικό του όνομα Θεοστήρικτος.

Γεννημένος στις αρχές του 8ου αιώνος στην Τριγλία της Βιθυνίας, ο όσιος Θεοστήρικτος έγινε μοναχός από νεαρή ηλικία στην Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, την αποκαλούμενη Πελεκητή, όπου αργότερα εκλέχθηκε Ηγούμενος. Όταν κατά την διαταγή του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε΄του Κοπρώνυμου (741-775) ο περιβόητος και αιμοσταγής κυβερνήτης της Μικράς Ασίας Μιχαήλ Λαχανοδράκοντας άρχισε να καταδιώκει τους Ομολογητές των Ιερών και Σεπτών Εικόνων, εισέβαλε στην μονή την νύχτα της Μεγάλης Πέμπτης του 763, την ώρα της Θείας Λειτουργίας . Ο Ηγούμενος όσιος Θεοστήρικτος τελούσε την Θεία Λειτουργία με τους 780 υποτακτικούς του, εκ των οποίων οι 70 ήταν Ιερομόναχοι! (Κατά την συμπλοκή που ακολούθησε φονεύθηκαν 400 μοναχοί!).

 

Ο ποιητής του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος είναι ο Θεόδωρος Β´ Δούκας Λάσκαρης, Βασιλιάς τής Αυτοκρατορίας τής Νικαίας, που ιδρύθηκε μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους, σαν αντίσταση στην Φραγκοκρατία που επεβλήθηκε απὸ τὴν Δ´ Σταυροφορία κατὰ τα έτη 1204 – 1261. Ο χρόνος άρα που γράφτηκε ο Μέγας Παρακλητικὸς Κανόνας είναι ο ΙΓ´ μ. Χ. αιώνας και συγκεκριμένα το διάστημα των ετών 1204 – 1258 που έζησε ο ποιητής του Θεόδωρος Β´ Λάσκαρης.

Ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης ήταν γιος του Ιωάννη Βατάτζη και της Ειρήνης Λάσκαρη και εγγονός του Θεοδώρου Α΄Λάσκαρη, δημιουργού του κράτους της Νικαίας. Κληρονόμησε μια πολύ δυνατή Αυτοκρατορία και το ίδιο δυνατή την παρέδωσε στους διαδόχους του. Ήταν πολύ μορφωμένος και είχε πλούσια φιλοσοφική και θεολογική κατάρτιση. Δάσκαλοί του ήσαν οι Νικηφόρος Βλεμμύδης και Θεόδωρος Ακροπολίτης. Όταν πάντρεψε την κόρη του με τον Νικηφόρο, γιο του Δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ και της Θεοδώρας, του παραχωρήθηκαν το Δυρράχιο και τα Σέρβια.

Πάσχοντας από επιληψία βαριάς μορφής, αδυνατούσε να ασκεί τακτικά τα καθήκοντά του και με το πέρασμα του χρόνου η επιδείνωση της υγείας του του προκαλούσε έντονες εμμονές, στρέφοντας πολλούς υψηλόβαθμους αξιωματούχους εναντίον του. Ειδικότερα η συναισθηματική του αστάθεια εκφράζεται κυρίως “σαν κατάθλιψη ή σαν διάχυση του συναισθήματος”. Σε μια από το πλήθος των επιστολών του, ιδιαίτερα αποκαλυπτικών του εσώτερου ψυχισμού του γράφει: «Ίδης τον παντάπασιν χαροπόν, κατηφή , δεινόν, συννοίας μεστόν και παντοίως τη λύπη τρωθέντα και τιτρωσκόμενον. Οίμοι, τι εν εμοί γέγονεν! Ουδέν άλλο είποιμι ή ότι πάντως κάθαρσις ψυχική και ταπείνωσις σαρκική, ίνα σώση ο πλάστης το συναμφότερον» (J.B.Papadopoulos).

Κάποτε στον δρόμο της Ιστορίας, συναντήθηκε με το πρόσωπο της Θεοδώρας, της Βασίλισσας του Δεσποτάτου της Ηπείρου και σημερινής Αγίας και πολιούχου της Άρτας. Η κόρη του Μαρία παντρεύτηκε τον Νικηφόρο, τον πρωτότοκο γιο του Μιχαήλ και της Θεοδώρας. Ο χαρακτήρας της Θεοδώρας – που είχε αποκτήσει «υπομονή Αγίας και συνείδηση ειρηνοποιού» (D.M.Nicol), αλλά και η Θεοτοκοφιλία της, ήταν παραδειγματική και καταλυτική γι αυτόν. Και στις δύσκολες ώρες του συλλογικού βίου και του ατομικού πόνου, έμαθε από την Θεοδώρα (που οι περιπέτειες της ζωής της έκαναν να κυλήσουν από τα μάτια της “θρόμβοι δακρύων” και να στραφεί προσευχητικά πολλές φορές προς το πρόσωπο της Θεοτόκου), να στρέφει τα βλέμματα στην μορφή της Γιάτρισσας Παναγίας. Και να απευθύνει σε Αυτή κατανυκτικές επικλήσεις, που εκφράζουν ένα έντονο ψυχικό άλγος. Αποτέλεσμα αυτών των διαρκών προσευχητικών επικλήσεων του Θεοδώρου προς την Θεοτόκο είναι και ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας που αυτός συνέθεσε.

Καθώς η υγεία του χειροτέρευε, o Θεόδωρος παραιτήθηκε από τον Θρόνο της Νικαίας και αποσύρθηκε στη Μονή των Σωσάνδρων, δυτικά της Νικαίας, όπου και έγινε μοναχός λίγο πριν τον θάνατο του. Άφησε την τελευταία του πνοή τον Αύγουστο του 1258, πριν ή κατά την διάρκεια τού μεθεόρτου οκταημέρου της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

Ο Θεόδωρος συνέθεσε τον Κανόνα της Μεγάλης Παρακλήσεως, ενώ ακόμα ήταν Δούκας, μάλλον σε κάποια ύφεση της ασθενείας του πού διήρκεσε περισσότερο του συνήθους, γεγονός πού αποδόθηκε σε θαύμα της Θεοτόκου προς αυτόν. Ο Κανόνας γρήγορα διαδόθηκε στις Μονές της Νικαίας και κατά πάσα πιθανότητα διαμορφώθηκε σε Ακολουθία από τους μοναχούς των Σωσάνδρων ή των γύρω Μονών. Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Θεοδώρου ο Κανόνας χρησιμοποιείται ήδη με την σημερινή του μορφή ως Μεγάλη Παράκλησις σαν Βασιλική Ακολουθία και διαδίδεται σε όλη την Αυτοκρατορία της Νικαίας.

Ακόμα και κατά τις τελευταίες ώρες του Θεοδώρου η Μεγάλη Παράκλησις τελούνταν καθημερινά προς ίασή του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημέρα της κοιμήσεως του Θεοδώρου, αλλά αφού συνέπεσε κοντά στην Κοίμηση της Θεοτόκου, είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι η Ακολουθία της Μεγάλης Παρακλήσεως ψάλλονταν καθημερινά μέχρι την ώρα του θανάτου του. Είναι επίσης εύλογο να δεχθούμε, ότι οι μοναχοί των Σωσάνδρων αφιέρωσαν αυτή την Ακολουθία στην μνήμη του Θεοδώρου και έγινε συνήθεια έκτοτε να ψάλλεται η Ακολουθία κάθε Αύγουστο, σε μνήμη του ποιητή της.
Λίγο πριν από τον θάνατό του ζήτησε να εξομολογηθεί. Έπεσε στα πόδια του εξομολογητή και “δακρύων απλέτοις ρεύμασι την γήν εν ή κατέκειτο έπλυνεν, ώστε και πηλόν γεγενήσθαι εκ τούτων …το «εγκατέλιπόν σε Χριστέ» συνεχώς επεφώνει» (Γ. Ακροπολίτης).

Η ίδια αυτή κραυγή ενός έντονου ψυχικού άλγους ξεπηδά και μέσα από τον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα, που σήμερα αντηχεί στους ναούς στα δειλινά του Ελληνικού Δεκαπενταύγουστου, συγκινώντας τους πιστούς με τους έξοχους στίχους του, γεμάτους από βαθιά εσωτερική οδύνη και συντριβή.
«Των λυπηρών επαγωγαί χειμάζουσι την ταπεινήν μου ψυχήν και συμφορών νέφη την εμήν καλύπτουσι καρδίαν».
«Βλέψον ιλέω όμματί σου και επίσκεψαι την κάκωσιν ήν έχω».

Στις 25 Ιουλίου 1261 o Αλέξιος Στρατηγόπουλος καταλαμβάνει την Κωνσταντινούπολη για λογαριασμό του Αυτοκράτορα της Νικαίας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου, τερματίζοντας έτσι την λατινική κατάληψη των Σταυροφόρων του 1204. Η αναίμακτη ανάκτηση της Πόλης χαρακτηρίστηκε αμέσως σαν θαυματουργή παρέμβαση της Θεοτόκου. Ο Αυτοκράτορας για να τιμήσει το θαύμα και την Θεοτόκο, αποφάσισε να ηγηθεί θρησκευτικής πομπής και να εισέλθει στην Πόλη κατά τις εορταστικές εκδηλώσεις του Δεκαπενταύγουστου.

Μεταξύ τής 25ης Ιουλίου καί 15ης Αυγούστου πολλές ευχαριστήριες Ακολουθίες γίνονταν στην Κωνσταντινούπολη και μεταξύ αυτών ήταν και ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανών του Θεοδώρου Λάσκαρη. Αλλά η νέα Βασιλική Αυλή του Μιχαήλ βρέθηκε μπροστά στο εξής δίλημμα: Οι δύο Βασιλικές Δυναστείες του Θεοδώρου Λασκάρεως και Μιχαήλ Παλαιολόγου, βρίσκονταν σε μεγάλο μίσος μεταξύ τους. Ο Μιχαήλ είχε ήδη σφετερισθεί την εξουσία από τον νόμιμο διάδοχο και γιο του Θεοδώρου Ιωάννη. Ήταν δύσκολο κατά συνέπεια να δεχθεί η Βασιλική Αυλή Ακολουθίες πού θύμιζαν την Δυναστεία του Θεοδώρου. Η λύση βρέθηκε με την χρήση του παλιότερου Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο, του μοναχού Θεοστήρικτου.

Ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας παρέμεινε σε χρήση μόνο κατά την νηστεία του Δεκαπενταύγουστου, αφού ήταν τόσο στενά συνδεδεμένος με την μνήμη του Θεοδώρου, ενώ βαθμιαία άρχισε να εναλλάσσεται με τον Μικρό, ο όποιος διαδόθηκε έξ ίσου ευρέως και χρησιμοποιείται πλέον καθ’ όλη την διάρκεια του χρόνου («εις πάσαν περίστασιν»).

Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς καθιερώθηκε ή εναλλακτική χρήση των δύο Παρακλήσεων κατά τον Δεκαπενταύγουστο. Είναι φυσικό να υποθέσουμε πώς αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο τον Μιχαήλ και αφού ξεχάστηκαν οι διαφορές των δύο Δυναστειών, καθιερώθηκε η εναλλαγή των δύο Παρακλήσεων κατά τον Δεκαπενταύγουστο, σαν εναρμόνιση των δύο παραδόσεων Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως.

Οι δύο Παρακλητικοί Κανόνες, Μικρός και Μεγάλος, παρέμειναν άγνωστοι στους Ρώσους Ορθοδόξους πού παρέλαβαν τα Ελληνικά λειτουργικά κείμενα κατά τον ενδέκατο αιώνα, μεταφρασμένα στην Σλαβονική γλώσσα. Και αυτό διότι οι δύο Παρακλητικοί Κανόνες δεν περιλαμβάνονταν στα Ελληνικά λειτουργικά βιβλία της εποχής εκείνης.

Ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανών, όπως γράφουν οι ερευνητές Νικόλαος Τωμαδάκης καὶ Ιωάννης Φουντούλης, έχει περισσότερο προσωπικά χαρακτήρα και «αναφέρεται ειδικά στα παθήματα και στις δυσμενείς περιστάσεις της ζωής του πολυπαθούς  Βασιλέως, ο οποίος έπασχε από ανίατο ψυχικὸ νόσημα». Αναφέρει δε ο Τωμαδάκης ότι: «Αν η περίπτωσις του Θεοδώρου Λασκάρεως προσαρμόζεται προς την κατάθλιψη και τις διακυμάνσεις της οργιζομένης και αμαρτανούσης και νοσούσης υπάρξεως των μυριάδων πιστών, αυτὴακριβώς είναι και η αιτία της κατὰ τα τελευταία έτη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας εισαγωγής της ποιητικής αυτής συνδέσεως, δηλαδὴ τοῦ Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος, στὴν εκκλησιαστικὴ ακολουθία, προς λειτουργικὴ χρήση”.

Η ποίηση του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος είναι έκφραση πόνου και κραυγὴ αγωνίας προς την Παναγία, που αυτά τὰ χαρακτηριστικὰ αποτελούν ένδειξη μεγάλου ποιητή, όπως π.χ. «ἐπίβλεψον ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος», ἢ «ἵνα τὶ μὲ ἀπώσω ἀπὸ τοῦ προσώπου σου τὸ φῶς τὸ ἄδυτον καὶ ἐκάλυψέ με τὸ ἀλλότριον σκότος τὸ δείλαιον», ἢ «ἀλλ΄ ἐπίστρεψόν με καὶ πρὸς τὸ φῶς τῶν ἐντολῶν σου τὰς ὁδούς μου κατεύθυνον, δέομαι» καὶ ἄλλα πολλά.

πρωτ. Δημητρίου Αθανασίου