Προσκύνηση και έρωτας: έννοιες φαινομενικά αντίθετες αλλά τόσο ίδιες

Πέμπτη Κυριακή μετά την Ανάσταση και μνημονεύουμε τον διάλογο του Χριστού με την γυναίκα από την Σαμάρεια. Πολλές και βαθιές οι θεολογικές έννοιες του Ευαγγελίου αυτής της Κυριακής. Ιδιαίτερα σημαντική όμως η έννοια της προσκύνησης του Κυρίου μας και ο τρόπος με τον οποίο Τον προσεγγίζουμε. “Πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν” (Ιωάννη δ, 24). Τι ακριβώς σημαίνουν αυτά τα λόγια που απευθύνει ο Χριστός προς την Σαμαρείτιδα; Κυρίως όμως ποια η διαχρονική τους ερμηνεία σε εμάς σήμερα;

Μέσα σε μία φράση ο Κύριος φανερώνει τον Θεό (πνεύμα ο Θεός), πως απευθυνόμαστε σε Αυτόν (δει προσκυνείν – πρέπει να Τον προσκυνούμε) και τον τρόπο (εν πνεύματι και αληθεία – με τις πνευματικές μας δυνάμεις δηλαδή, με την αφοσίωση της καρδιάς και του νου). Με πολύ απλά λόγια ο Κύριος δίνει την απάντηση στο διαχρονικό πρόβλημα της αναζήτησης του Θεού που ταλανίζει τον άνθρωπο από την στιγμή της πτώσης του. Αποτελεί αναντίρρητη πραγματικότητα εκφρασμένη μέσα από τις Γραφές, ότι η πτώση του ανθρώπου και η παραμονή του σε αυτή την πτωτική κατάσταση είναι απόρροια της άρνησης προσκύνησης του Θεού, ως δημιουργού και πηγής της ζωής. Η άρνηση αυτή που εκφράζεται με την επιθυμία μας να προσκυνούμε τα πράγματα της ζωής και όχι την ίδια την Ζωή αποτέλεσε και την αρχή και το αίτιο της φθοράς που βιώνουμε σήμερα σε όλες τις εκφάνσεις της πραγματικότητας μας. Με απλά λόγια αγαπήσαμε τα δώρα περισσότερο από τον δωρητή.

Ο τρόπος με το οποίο οφείλουμε να προσεγγίζουμε τον Θεό είναι μέσα από την απόλυτη παράδοση μας σε Αυτόν και στο θέλημα Του. Δυστυχώς ακόμη και σε αυτό, εμείς οι λεγόμενοι Χριστιανοί, που και βαπτισμένοι είμαστε, και εκκλησιαζόμαστε, και νηστεύουμε, προσπαθούμε να βάλουμε τους δικούς μας όρους και προυποθέσεις. Αν ο Χριστός δεν γίνει το αντικείμενο του ερωτικού μας πόθου τότε ποτέ δεν θα μπορέσουμε να Τον προσκυνήσουμε πραγματικά.  Η ουσία και έκφραση της αληθινής προσευχής είναι ο πόθος και η επιθυμία. Στην γλώσσα των Πατέρων, αυτή η επιθυμία ονομάζεται έρως. Στην μεταμοντέρνα εποχή που ζούμε η έννοια του έρωτα εκφυλίστηκε στην έννοια της σεξουαλικής επιθυμίας.

Με την έννοια έρως εννοούμε την αγάπη που μας προτρέπει και οδηγεί τελικά στο να ξεχάσουμε τον εαυτό μας και να τρέξουμε προς αναζήτηση του αντικειμένου του πόθου μας χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τις δικές μας ανάγκες και “θέλω”. Πρόκειται για μία “παράλογη” λησμόνηση του εαυτού μας.

Ας δούμε πόσο όμορφα περιγράφει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αυτή την κατάσταση σε όλη την κτίση:

Ο Θεός ήταν τόσο αγαθός που η αγαθότητα Του δεν μπορούσε να περιοριστεί μέσα σε Αυτόν. Εξεχύετο “έξω” από τον εαυτό Του, σαν μία κοσμική Θεοφανεία που μετέτρεπε το σκοτεινό πρόσωπο της ανυπαξίας σε ζωή, σε κτίση σε δημιουργία. Η εμφάνιση της άπειρης ομορφιάς Του έκανε την ανυπαρξία να ξεχάσει τον εαυτό της, να απαρνηθεί τον εαυτό της, να αφήσει πίσω τον εαυτό της – τον χωρίς ύπαρξη – και να μετατραπεί σε ύπαρξη και ζωή. Όλη η δημιουργία λοιπόν είναι ερωτική, είναι μία κίνηση δοξολογίας, λειτουργίας, αγάπης και μεταβολής – μετάνοιας – από το χάος στο φως της ζωής. Η κτίση “μετανοεί¨, αλλάζει από την πρώτη στιγμή, αφού η μετάνοια δεν προυποθέτει την ύπαρξη κάποιας αμαρτίας. Απλά ερωτεύεται ολοκληρωτικά και απρουπόθετα.

Σκανδαλωδώς εύστοχα ο Άγιος Μάξιμος μας οδηγεί στον πυρήνα της λατρείας, της προσευχής  και της μετάνοιας. Γι’ αυτό και τις περισσότερες φορές η προσευχητική γλώσσα στην Ορθοδοξία είναι γλώσσα μετανοίας γεμάτη  από ακραίες εκφράσεις. Ο Μέγας Βασίλειος κατά την διάρκεια της προσευχής του χαρακτήριζε τον ευατό του ως τον χειρότερο των αμαρτωλών λέγοντας:

Παρόλο που έχω ολοκληρωτικά δοθεί στην αμαρτία και είμαι ανάξιος του Παραδείσου, της γης και ακόμα και αυτής της ζωής, παρόλο που είμαι σκλάβος των παθών μου και εντρόπιασα την εικόνα Σου, όμως δεν χάνω την ελπίδα της σωτηρίας μου, αφού δικό Σου δημιούργημα είμαι, εσύ με κατασκέυασες, και αφήνω την ελπίδα μου στο έλεος σου….

Προσευχόμαστε με τόσο ακραίες εκφράσεις όχι για να εκφράσουμε μία νομικίστικη καταδίκη. Είναι μία ουσιαστική αναγνώριση της πραγματικής Ομορφιάς, στην παρουσία της οποίας μένουμε άναυδοι και εκστατικοί, χωρίς να έχουμε να πούμε τίποτα καλό για τον εαυτό μας. Είναι η γλώσσα της μετάνοιας – όχι της νοσηρής αυτοκαταδίκης. Είναι η γλώσσα της λησμόνησης του εαυτού μας ως αποτέλεσμα της εκστατικότητας μπροστά σε Αυτόν που αντικρύζουμε.

Όλα αυτά αποτελούν τις σκέψεις των Πατέρων μας που ερμηνεύουν με θαυμαστή απλότητα αλλά και εξαίσιο βάθος τα λόγια του Χριστού μας. Μία απλή φράση προς την Σαμαρείτιδα είναι ικανή να δώσει το έναυσμα για την αναζήτηση της πραγματικής Ζωής.

Καλή και ευλογημένη Κυριακή.

π. Ιωάννης Ψωμάς