Η αμφιβολία δεν είναι αντίθετη της πίστης αλλά στοιχείο αυτής

 

Doubt isn’t the opposite of faith; it is an element of faith.
(Paul Tillich)

Picture this:

The disciples are huddled together, fearfully, in a room.

They’ve been hiding out since their teacher, Jesus, was crucified.

They’re demoralized. Disheartened. Distraught.

And full of doubt.

This is what we see in this Sunday’s Gospel reading. And then, Jesus suddenly appears before the disciples, very much alive!

He doesn’t criticize their doubt, or scold them for their faithlessness.

Instead, He addresses their doubt head on.

And heals it:

Jesus came and stood among them and said to them: “Peace be with you.” When He had said this, He showed them His hands and His side. Then the disciples were glad when they saw the Lord. (John 20:19-20)

Thomas, of course, wasn’t with the rest of the disciples. And when they tell him what happened, he famously doubts.

We call him “doubting Thomas,” yet that’s incredibly unfair. He had exactly the same doubts as the rest of the disciples!

And Jesus addresses those doubts in exactly the same way: with His loving presence.

We see something similar in this Sunday’s reading from the Book of Acts, where the Church is growing in the days after Pentecost.

The Church didn’t argue its way to growth. It didn’t publish pamphlets and books, trying to convince people of who Jesus is.

Instead, the Church showed people who Jesus is.

In those days, many signs and wonders were done among the people by the hands of the apostles. (Acts 5:12)

Notice that St Luke, who wrote the Book of Acts, doesn’t call what the apostles did “miracles.” He calls them “signs and wonders,” concrete actions which demonstrated to people that Jesus is truly our Lord and Savior.

Christians healed the sick and fed the poor. They cast out demons and even raised the dead!

Just as Jesus demonstrates His love for the disciples by showing them His hands, pierced by nails, His disciples show the world that the Lord is real in the way they act:

With holiness, full of the grace of the Holy Spirit.

Want to learn more about how the Church can deal with doubt?

May our loving Lord help you face your doubts and lead you to ever-deepening faith.

Peace,
Steve

P.S. So many young adults deal with doubts (and we haven’t done the best job addressing that). That’s why we are Y2AM have been talking to young adults as part of our new podcast, We Are Orthodoxy. And in this talk, Christian summarizes the 3 things we’ve learned about young adult ministry (so far). You need to listen to it.

Παλεύεις με την πίστη σου; Ένα σύντομο βίντεο φτιαγμένο από νέους ανθρώπους με αφορμή την εορτή Αγίου Ιωάννη της Κλίμακας

Every system is perfectly designed to get the results it gets.
(W. Edwards Deming)

I’ve been traveling a lot lately.

No matter where I go, I meet people who are struggling with their faith.

And it isn’t just young people: it’s parents and grandparents, it’s youth workers and clergy.

So many of us are struggling with our faith.

Isn’t that odd? Or at least disappointing?

After all, for years, the Church has organized countless events and programs to help people (young people in particular) “own” their faith. We’ve created stacks of materials and resources to help “keep young people in Church.”

But it doesn’t seem to be working

Adults who struggle with their faith today spent years in youth programs yesterday. And we all know about the struggles of today’s young people

Even after close to two decades in youth ministry programs and events, it seems so easy for young people to simply fall away from the Church.

Why?

Maybe it’s because we’ve been cultivating the wrong kind of faith.

In this week’s Gospel reading, Jesus’s disciples try (and fail) to cast out demons.

And they’re incredibly embarrassed by this! So they approach Jesus with shame, and ask why they failed.

But Jesus doesn’t directly answer the question. Instead, He says:

This kind cannot be driven out by anything but prayer and fasting. (Mark 9:29)

We so often obsess about “what the Church can do for young people.”

We demand new programs, new conferences, new resources, new materials.

And yet the core practices of Christian life (things like prayer and fasting) seem to be afterthoughts.

We’re far more likely to invite young people to a basketball tournament or cultural event than teach them to pray at home, or invite them to an additional Church service during the week.

But Jesus is telling His disciples that the real question isn’t what they can do: it’s what He can do through them.

If we take Him seriously, we need to design better systems that are geared towards better outcomes.

We need a model of ministry that doesn’t simply teach religious facts or see the Faith as a club we need to join, but rather offers us a way to be transformed.

That’s why we need to focus on a faith that isn’t just about abstract ideas or program attendance.

We need to focus on how we all personally encounter the crucified and risen Lord.

Peace,
Steve

P.S. Have you ever struggled with prayer? This short talk can help!

Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως

Image result for κυριακή σταυροπροσκυνήσεως

π. Alexander Schmemman

Από τα παμπάλαια χρόνια, το βράδυ του Σαββάτου της τρίτης εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ο σταυρός μεταφέρεται στο κέντρο του ναού, και ολόκληρη η ακόλουθη εβδομάδα είναι γνωστή ως εβδομάδα του Σταυρού.

Ξέρουμε πως η Μεγάλη Τεσσαρακοστή αποτελεί μία προετοιμασία για τη Μεγάλη Εβδομάδα, τότε που η Εκκλησία θα ανακαλέσει στη μνήμη της τον πόνο, τη σταύρωση και το θάνατο του Ιησού Χριστού πάνω στο σταυρό. Η προβολή του σταυρού στη μέση της Σαρακοστής, μας υπενθυμίζει το σκοπό της βαθύτερης και εντατικότερης εκκλησιαστικής ζωής κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής. Έτσι είναι ο κατάλληλος τόπος εδώ, για να σκεφτούμε το ρόλο του σταυρού, αυτού του σημαντικότατου και χαρακτηριστικότατου όλων των Χριστιανικών συμβόλων.

Το σύμβολο αυτό έχει δύο στενά αλληλένδετες σημασίες. Αφενός είναι ο σταυρός του Χριστού, αυτό το αποφασιστικό όργανο με το οποίο ολοκληρώθηκε η επίγεια ζωή και διακονία του Χριστού. Είναι η ιστορία ενός φοβερού και τρομακτικού μίσους ενάντια σ᾿ Αυτόν που ολόκληρη η διδασκαλία Του επικεντρώθηκε στην εντολή της αγάπης, και που ολόκληρο το κήρυγμά Του ήταν μία κλήση σε αυτοθυσία στο όνομα της αγάπης. Ο Πιλάτος, ο Ρωμαίος κυβερνήτης στον οποίο μεταφέρθηκε ο Χριστός, αφού Τον συνέλαβαν, Τον κτύπησαν και Τον έφτυσαν, λέει, «εν αυτώ ουδεμίαν αιτίαν ευρίσκω» (Ιωάν. 19, 4). Αυτό όμως προκάλεσε ένα ισχυρότερο ξέσπασμα: «Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν!» φωνάζει το πλήθος.

Έτσι ο σταυρός του Χριστού θέτει ένα αιώνιο πρόβλημα, που σκοπεύει στο βάθος της συνειδήσεως: γιατί η καλoσύνη ξεσήκωσε όχι μόνο αντίθεση, αλλά και μίσος; Γιατί η καλοσύνη σταυρώνεται πάντοτε σ᾿ αυτόν τον κόσμο;

Συνήθως αποφεύγουμε να δώσουμε απάντηση σ᾿ αυτό το ερώτημα, επιρρίπτοντας την ευθύνη σε κάποιον άλλο: αν ήμασταν εκεί, αν ήμουν εκεί εκείνη την τρομερή νύχτα, δε θα είχα συμπεριφερθεί όπως οι άλλοι. Αλίμονο όμως, κάπου βαθιά στη συνείδησή μας γνωρίζουμε πως αυτό δεν είναι αλήθεια. Ξέρουμε πως οι άνθρωποι που βασάνισαν, σταύρωσαν και μίσησαν τον Χριστό δεν ήταν κάποιου είδους τέρατα, κατεχόμενα από κάποιο ιδιαίτερο και μοναδικό κακό. Όχι, ήταν «όπως όλοι μας». Ο Πιλάτος προσπάθησε ακόμη και να υπερασπιστεί τον Ιησού, να μεταπείσει το πλήθος, προσφέρθηκε ακόμη και να απελευθερώσει το Χριστό ως κίνηση καλής θελήσεως, χάριν της εορτής, όταν κι αυτό απέτυχε, στάθηκε μπροστά στο πλήθος και ένιψε τα χέρια του, δείχνοντας τη διαφωνία του σ᾿ αυτό το φόνο.

Με λίγες πινελιές το ευαγγέλιο σχεδιάζει την εικόνα αυτού του παθητικού Πιλάτου, του τρόμου του, της γραφειοκρατικής του συνειδήσεως, της δειλής του αρνήσεως να ακολουθήσει τη συνείδησή του. Δε συμβαίνει όμως ακριβώς το ίδιο στη δική μας ζωή και στη ζωή γύρω μας; Δεν είναι αυτή η πιο κοινότυπη, η πιο τυπική ιστορία; Δεν είναι παρών συνεχώς μέσα μας κάποιος Πιλάτος;

Δεν είναι αλήθεια πως όταν έρθει η στιγμή να πούμε ένα αποφασιστικό, αμετάκλητο όχι στο ψεύδος, στην αδικία, στο κακό και στο μίσος, ενδίδουμε στον πειρασμό να «νίψουμε τας χείρας μας»; Πίσω από τον Πιλάτο ήταν οι Ρωμαίοι στρατιώτες, οι οποίοι όμως υπερασπιζόμενοι τον εαυτό τους θα μπορούσαν να πούν: εκτελέσαμε απλώς διαταγές, μας είπαν να «εξουδετερώσουμε» κάποιον ταραχοποιό που προκαλούσε αναστάτωση και αταξία, για ποιο πράγμα μιλάτε λοιπόν; Πίσω από τον Πιλάτο, πίσω από τους στρατιώτες ήταν το πλήθος, οι ίδιοι άνθρωποι που έξι μέρες πριν φώναζαν «Ωσαννά», καθώς υποδέχονταν θριαμβευτικά το Χριστό, κατά την είσοδό του στην Ιερουσαλήμ, μόνο που τώρα η κραυγή τους ήταν «Σταύρωσον αυτόν!» Έχουν όμως και γι᾿ αυτό μία εξήγηση. Δεν είναι οι ηγέτες τους, οι διδάσκαλοί τους και οι κυβερνήτες τους αυτοί που τους έλεγαν πως ο άνθρωπος αυτός ήταν ένας εγκληματίας, που κατέλυσε τους νόμους και τις συνήθειες, και γι᾿ αυτό, βάσει του νόμου, «πάντοτε βάσει του νόμου, πάντοτε σύμφωνα με το υπάρχον καταστατικό», πρέπει να πεθάνει…; Έτσι κάθε συμπαίκτης σ᾿ αυτό το τρομακτικό γεγονός είχε δίκαιο «από την πλευρά του», όλοι δικαιώθηκαν. Όλοι μαζί όμως δολοφόνησαν έναν άνθρωπο στον οποίον «ουδέν ευρέθη αίτιον». Η πρώτη σημασία του σταυρού συνεπώς είναι η κρίση του κακού, η μάλλον της ψευδοκαλoσύνης αυτού του κόσμου, μέσα στον οποίο πανηγυρίζει αιώνια το κακό, και ο οποίος προωθεί τον τρομακτικό θρίαμβο του κακού πάνω στη γη.

Αυτό μας μεταφέρει στη δεύτερη σημασία του σταυρού. Μετά το σταυρό του Χριστού ακολουθεί ο δικός μας σταυρός, για τον οποίο ο Χριστός είπε, «ει τις θέλει οπίσω μου έρχεσθαι,… αράτω τον σταυρόν αυτού καθ᾿ ημέραν και ακολουθείτω μοί» (Λουκ. 9, 23). Αυτό σημαίνει πως η επιλογή που είχε να κάνει ο καθένας εκείνη τη νύχτα –ο Πιλάτος, οι στρατιώτες, οι αρχηγοί, το πλήθος κι ο καθένας μέσα στο πλήθος – είναι μία επιλογή που τίθεται συνεχώς και σε καθημερινή βάση μπροστά μας. Εξωτερικά, η επιλογή έχει να κάνει με κάτι φαινομενικά ασήμαντο για μας, η δευτερεύον. Για τη συνείδηση όμως τίποτε δεν είναι πρώτο η δεύτερο, αλλά το καθετί μετράται αν είναι αληθινό η ψεύτικο, καλό η κακό. Το να σηκώνεις λοιπόν το σταυρό σου καθημερινά δεν είναι απλώς το να αντέχεις τα φορτία και τις μέριμνες της ζωής, αλλά πάνω απ᾿ όλα το να ζείς αρμονικά με τη συνείδησή σου, το να ζείς μέσα στο φως της κρίσεως της συνειδήσεως.

Ακόμη και σήμερα, με όλο τον κόσμο να κοιτάζει, ένας άνθρωπος στον οποίο «ουδέν ευρέθη αίτιον» μπορεί να συλλαμβάνεται, να βασανίζεται, να κτυπιέται, να φυλακίζεται η να εξορίζεται. Όλα αυτά δε «επί τη βάσει του νόμου», χάριν της υπακοής και πειθαρχίας, όλα στο όνομα της τάξεως, για το καλό όλων. Πόσοι Πιλάτοι δε νίπτουν τα χέρια τους, πόσοι στρατιώτες δε σπεύδουν να εκτελέσουν τις διαταγές της στρατιωτικής ιεραρχίας, πόσοι άνθρωποι υπάκουα, δουλόπρεπα δεν τους χειροκροτούν, η τουλάχιστον δεν κοιτάζουν σιωπηλά το κακό που θριαμβεύει; Καθώς μεταφέρουμε το σταυρό, καθώς τον προσκυνούμε, καθώς τον ασπαζόμαστε, ας σκεφτούμε τη σημασία του. Τι μας λέει, σε τι μας καλεί; Ας θυμηθούμε το σταυρό ως επιλογή από την οποία κρέμονται τα πάντα στον κόσμο, και που χωρίς αυτόν όλα στον κόσμο γίνονται θρίαμβος του κακού και του σκότους. Ο Χριστός είπε, «εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον» (Ιωάν. 9, 39). Σ᾿ αυτή την κρίση, μπροστά στο δικαστήριο της σταυρωμένης αγάπης, της αλήθειας και της καλωσύνης, δικάζεται ο καθένας μας.

Από το βιβλίο «Εορτολόγιο- Ετήσιος Εκκλησιαστικός Κύκλος»

Η αγιασμένη επανάσταση. (Από το βιβλίο του Φ.Κόντογλου “Η Πονεμένη Ρωμιοσύνη”)

Image may contain: 1 person
Η ελληνική Επανάσταση είναι η πιο πνευματική επανάσταση που έγινε στον κόσμο. Είναι αγιασμένη.

Η επανάσταση γίνεται τις περισσότερες φορές από κάποιες υλικές αιτίες, που είναι η σκλαβιά, η στέρηση, η κακοπέραση, τα βασανιστήρια, η περιφρόνηση. Η λευτεριά είναι η θεότητα που λατρεύει ο επαναστάτης, και για αυτή χύνει το αίμα του. Μα τη λευτεριά, πολλές φορές, σαν την αποχτήσει ο επαναστάτης, δεν την μεταχειρίζεται για πνευματικούς σκοπούς, αλλά για να χαρεί την υλική ζωή μονάχα. Κοντά στην υλική ζωή έρχεται και η πνευματική, μα τις περισσότερες φορές ως πνευματική ζωή θεωρούν οι άνθρωποι κάποιες απολαύσεις που είναι και αυτές υλικές, και ας φαίνονται σαν πνευματικές. Ένας επαναστάτης της Γαλλικής Επανάστασης, για παράδειγμα, θεωρούσε ως πνευματικά, πράγματα που, στην πραγματικότητα δεν ήταν πνευματικά. Αυτός ήθελε να αποχτήσει τη λευτεριά, για να κάνει αυτά που νόμιζε πως είναι σωστά και δίκαια για τη ζωή των ανθρώπων σε τούτον τον κόσμο μονάχα, δηλαδή για την υλική ζωή τους, μην πιστεύοντας πως υπάρχει τίποτα άλλο για να επιδιώξει ο άνθρωπος. Για αυτό λέγω πως, για τις περισσότερες επαναστάσεις, οι αιτίες που τις κάνανε να ξεσπάσουν σταθήκανε υλικές, και η ελευθερία που επιδιώξαμε ήτανε προορισμένη να ικανοποιήσει μονάχα υλικές ανάγκες.

Η ελληνική όμως Επανάσταση είχε μεν για αιτία και τις υλικές στερήσεις και την κακοπάθηση του κορμιού, όπως η κάθε επανάσταση, αλλά πάνω από αυτές τις αιτίες, είχε και κάποιες που είναι καθαρά πνευματικές. Και πνευματικό, κατά τη γνώμη μου, αληθινά πνευματικό, είναι ό,τι έχει σχέση με το πνευματικό μέρος του ανθρώπου, με την ψυχή του, δηλαδή με τη θρησκεία.

Η σκλαβιά που έσπρωξε τους Έλληνες να ξεσηκωθούν καταπάνω στον Τούρκο δεν ήταν μονάχα η στέρηση και η κακοπάθηση του κόσμου, αλλά, πάνω από όλα, το ότι ο τύραννος ήθελε να χαλάσει την πίστη τους για να γίνουν μωχαμετάνοι. Για τούτο πίστη και πατρίδα είχαν γίνει ένα και το ίδιο πράγμα, και η λευτεριά που ποθούσαν δεν ήταν μονάχα η λευτεριά που ποθούν όλοι οι επαναστάτες, αλλά η λευτεριά να φυλάξουν την αγιασμένη πίστη τους, που με αυτήν ελπίζανε να σώσουν την ψυχή τους. Για αυτούς, κοντά στο κορμί, που έχει τόσες ανάγκες και που με τόσα βάσανα γίνεται η συντήρησή του, υπήρχε και η ψυχή, που είπε ο Χριστός πως αξίζει περισσότερο το ρούχο από αυτό.

Εκείνες οι απλές ψυχές, που ζούσαν στα βουνά και στα ρημοτόπια, ήταν διδαγμένες από τους πατεράδες τους στην πίστη του Χριστού, και γνωρίζανε, παρόλο που ήταν αγράμματες, κάποια από τα λόγια του, όπως είναι τούτα: «Τι θα ωφελήσει άραγε τον άνθρωπο, αν κερδίσει τον κόσμο όλο, και ζημειωθεί την ψυχή του;». Ή: «Τι θα δώσει άνθρωπος για πληρωμή της ψυχής του;» , «Η ψυχή είναι πιο πολύτιμη από τη θροφή, όπως το κορμί από το φόρεμα!», κ.ά.

Για τούτο, κατά τα χρόνια της σκλαβιάς, χιλιάδες παλληκάρια σφάχτηκαν και κρεμάστηκαν για την πίστη τους, αψηφώντας τη νεότητά τους, και μη δίνοντας σημασία στο κορμί τους σε τούτη την πρόσκαιρη ζωή. Στράτευμα ολάκερο είναι οι άγιοι νεομάρτυρες, που δε θανατώθηκαν για τα υλικά αγαθά τούτης της ζωής, αλλά για την πολύτιμη ψυχή τους, που γνωρίζανε πως δε θα πεθάνει μαζί με το κορμί, αλλά θα ζήσει αιώνια. Ακούγανε και πιστεύανε ατράνταχτα τα λόγια του Χριστού που είπε: «Μη φοβηθείτε εκείνον που σκοτώνει σώμα, και που δεν μπορεί να κάνει τίποτα παραπάνω. Αλλά να φοβηθείτε εκείνον που μπορεί να θανατώσει και το σώμα και την ψυχή».

Η ελευθερία, που για αυτή θυσιάζονταν, δεν ήταν κάποια ακαθόριστη θεότητα, αλλά ήταν ο ίδιος ο Χριστός, που για αυτόν είπε ο Απόστολος Παύλος: «Όπου το Πνεύμα του Κυρίου, εκεί είναι και η ελευθερία». Και αλλού λέγει: «Σταθείτε στερεά στην ελευθερία που σας χάρισε ο Χριστός, σταθείτε και μην πέσετε πάλι στο ζυγό της δουλείας. Γιατί για την ελευθερία σας κάλεσε. Αλλά την ελευθερία μην την παίρνετε μονάχα σαν αφορμή για τη σάρκα σας».

Για τούτο είναι αγιασμένη η ελληνική Επανάσταση και αγιασμένοι οι πολεμιστές της, όπως ήταν αγιασμένοι όσοι πολέμησαν μαζί με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, πριν από τριακόσια εξηνταοχτώ χρόνια, κατά το πάρσιμο της Πόλης, καταπάνω στον ίδιο οχτρό της πίστης τους.

Άκουσε με τι λόγια μιλούσε εκείνος ο αγιασμένος βασιλιάς στους στρατιώτες του, σαν να ‘λεγε κανένα τροπάρι: «Ελθών ουν, αδελφοί, ο δυσεβής αυτός αμηράς και εχθρός της αγίας ημών πίστεως, ημάς απέκλεισε, και καθ’ εκάστην το αχανές αυτού στόμα χάσκων, πως εύρη καιρόν επιτήδειον ίνα καταπίη ημάς και την πόλιν ταύτην, ην ανήγειρεν ο τρισμακάριστος και μέγας βασιλεύς Κωνσταντίνος εκείνος, και τη πανάγνω τε υπεράγνω δεσποίνη ημών Θεοτόκω και αειπαρθένω Μαρία αφιέρωσε και εχαρίσατο, του κυρίαν είναι βοηθόν και σκέπην τη ημετέρα πατρίδι και καταφύγιον των χριστιανών, ελπίδα και χαράν πάντων των Ελλήνων, το καύχημα πάσι τοις τοις ούσιν υπό την του ηλίου ανατολήν». Και στο τέλος είπε: «Ελπίζω Θεώ λυτρωθείημεν ημείς της ενεστώσης αυτού δικαίας απειλής, δεύτερον δε και ο στέφανος ο αδαμάντινος εν ουρανοίς εναπόκειται ημίν, και μνήμη αιώνιος και αξία εν τω κόσμω έσεται».

Στην επανάσταση του Εικοσιένα, όπως και στην πολιορκία της Πόλης, μαζί με τους λαϊκούς πολεμούσαν πλήθος ρασοφορεμένοι, καλόγεροι, παπάδες και δεσπότες, και τραβούσαν μπροστά με το σταυρό στο χέρι, και από πίσω τους χύμιζε κλαίγοντας ο λαός, και έψελνε:

Για της πατρίδος την ελευθερίαν,

για του Χριστού την πίστιν την αγίαν,

για αυτά τα δύο πολεμώ,

με αυτά να ζήσω επιθυμώ.

Κι αν δεν τα αποκτήσω,

τι με ωφελεί να ζήσω;

Στην Πόλη κρεμάστηκε ο Πατριάρχης Γρηγόριος, ανοίγοντας πρώτος το μαρτυρολόγιο της Επανάστασης. Ο Θανάσης Διάκος πολέμησε σαν νέος Λεωνίδας, και σουβλίστηκε για την πίστη του. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Ησαΐας Σαλώνων, ο Ρώγων Ιωσήφ, ο Παπαφλέσσας, ο Θύμιος Βλαχάβας, και άλλοι πολλοί δεσποτάδες.

Στην Τριπολιτσά κλειστήκανε στη φυλακή κατά την Επανάσταση οι δεσποτάδες του Μοριά και οι περισσότεροι πέθαναν με αβάσταχτα μαρτύρια. Το ίδιο και στην Πόλη, φυλακωθήκανε και κρεμαστήκανε πολλοί δεσποτάδες.

Παρακάτω βάζω λίγα λόγια από το ημερολόγιο του αντιναύαρχου Γεωργίου Σαχτούρη:

«Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου. Εορτή των Γενεθλίων του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Αραγμένοι εις Ντάρδιζα με ήσυχον αέρα της τραμουντάνας, πλην με χιόνια. Αυτήν την ημέραν, δια το χαρμόσυνον της ημέρας». Ο ναύαρχος Κουντουριώτης έκανε την προσευχή του, σαν τους παλιούς, να τον βοηθήσει η Παναγία στη ναυμαχία της «Έλλης», κι όπου αλλού τον καλούσε το χρέος του. Το ίδιο κάνανε και κάνουνε όλοι οι Έλληνες στον πόλεμο.

Κατά την καταστροφή της Μικράς Ασίας, πρώτοι οι άνθρωποι της θρησκείας πληρώσανε με τη ζωή τους το καινούργιο χαράτσι στον οχτρό της πίστης μας. Ο μητροπολίτης της Σμύρνης Χρυσόστομος κρεμάστηκε, ο δεσπότης των Κυδωνιών Γρηγόριος θάφτηκε ζωντανός, ο Μοσχοσίων Αμβρόσιος θανατώθηκε άσπλαχνα, κι όλοι οι παπάδες κι οι καλόγεροι περάσανε από το σπαθί.

Οι Γερμανοί και οι Ιταλοί θανατώσανε κι αυτοί τους ρασοφορεμένους των χωριών, για να μην απομείνουνε παραπίσω από τους άλλους θεομάχους.

Ναι! Πίστη και πατρίδα είναι για μας ένα πράγμα. Κι όποιος πολεμά το ένα, πολεμά και το άλλο, κι ας μην ξεγελιέται. Η μάνα μας η πνευματική είναι η ορθόδοξη Εκκλησία μας, που ποτίστηκε με πολύ κι αγιασμένο αίμα. Κανένας λαός δεν έχυσε και δε χύνει ως τα σήμερα το αίμα του για την πίστη, όσο ο δικός μας. Η ορθόδοξη πίστη είναι ο θησαυρός ο κρυμμένος κι ο πολύτιμος μαργαρίτης που λέγει ο Χριστός.