Άγιοι 3 Ιεράρχες-Τρία αστέρια,τρία ποτάμια…τρεις φίλοι των νέων

της πρεσβυτέρας Σοφίας Βαλμά-Γιαννίση
Δασκάλας
Ήταν τρία αστέρια φωτεινά... Έλαμψαν στο στερέωμα της Εκκλησίας μ’ ένα φως υπέροχο, ένα φως ικανό να πυρπολήσει την Οικουμένη ολάκερη, άντικατότπρισμα του άνεσπέρου φωτός της «τρισηλίου Θεότητας».
Ήταν τρία ποτάμια… Πότισαν το φρυγμένο άπ’ τη φωτιά των διωγμών – πού μόλις είχαν κοπάσει – έδαφος της Εκκλησίας, το διψασμένο για νερό γάργαρο, καθάριο (είχαν αρχίσει οι μέρες των μεγάλων αιρέσεων). Τρία ποτάμια πού πότισαν την κτίση ολάκερη!
Ήταν τρεις χτίστες… Έχτισαν «Βασιλειάδες» για να στεγάσουν κάτω άπ’ τη στέγη της παρηγοριάς τον θλιμμένο, της προστασίας το ορφανό, της ανακούφισης τον ταλαιπωρημένο, της στοργής τον αδικημένο, της περίθαλψης τον άρρωστο, της αποδοχής τον περιθωριοποιημένο, της φροντίδας τον γέροντα… «Το ψωμί, πού κρατάς κρυμμένο», έλεγαν, «ανήκει σ’ εκείνον πού πεινά. Τα ρούχα πού φυλάς στην αποθήκη σου είναι του γυμνού. Τα υποδήματα πού τα ‘χεις καί σαπίζουν είναι του ξυπόλυτου. Τα λεφτά πού τα καταχωνιάζεις, είναι εκείνου πού δεν έχει». «Το θεμέλιο της κοινωνικής ζωής», έλεγαν ακόμη, «καί ή ρίζα όλων των αγαθών είναι ή αγάπη». Γι’ αυτό κι εκείνοι έχτιζαν πάνω σ’ αυτό το θεμέλιο την αγάπη.
-Τήν άγάπη γιά τό Θεό;
– Την αγάπη για τον άνθρωπο;
Μη με ρωτάτε… Οί δυο αγάπες ήταν μέσα τους το ίδιο, ή μια πήγαζε άπ’την άλλη.
Ήταν τρία διαμάντια του πνεύματος πού χάραξαν τις μεγάλες δογματικές αλήθειες της ορθόδοξης θεολογίας, τρείς γενναίοι απολογητές της συγγραφής.
Ήταν τρείς ταλαντούχοι ρήτορες, φιλόσοφοι καί συγγραφείς. Τρεις βαθυστόχαστοι πανεπιστήμονες…
Κι όλες αυτές οι τριάδες ήταν μία. Ήταν οι Τρεις Ιεράρχες. Βασίλειος ό Μέγας καί ό Θεολόγος Γρηγόριος «συν τω κλείνω Ιωάννη τω την γλώτταν χρυσορρήμονι».
Μα λάθος! Λάθος.
Δεν ήταν… Είναι.
Είναι τρία ποτάμια αστείρευτα, πού 16 αιώνες τώρα ποτίζουν με τα νάματα του Χριστιανισμού καί του Ελληνισμού την κτίση ολάκερη.
Είναι τρία αστέρια άνέσπερα πού 16 αιώνες τώρα λάμπουν στο νοητό στερέωμα της Εκκλησίας.
Είναι…
Μα πιο πολύ άπ’ όλα, τη μέρα της κοινής γιορτής τους, για όλους μας, είναι οι τρείς αληθινοί φίλοι των νέων. Εκείνοι πού μπορούν να λένε καί να το εννοούν: «Πάντα ήμίν δεύτερα έστω της προνοίας των παίδων». Γι’ αυτό καί περισσότερο άπ’ όλα τους τιμούμε σαν προστάτες των παιδιών καί της Παιδείας.
Γι’ αυτό καί τέτοιες μέρες γονείς καί δάσκαλοι, όλοι όσοι ζούμε κοντά στον όμορφο κόσμο των παιδιών καί προσπαθούμε να τα μεγαλώσουμε «εν παιδεία καί νουθεσία Κυρίου», δεν μπορεί παρά να σκύψουμε, να δροσιστούμε καί να ξεδιψάσουμε, στα νάματα των «μελιρρύτων ποταμών της Σοφίας». Να γλυκαθεί ή ψυχή μας, να πάρουμε δύναμη μα κι οδηγίες πρακτικές για το δύσκολο έργο της ανατροφής τους. Δεν μπορεί παρά να χαρίζουμε στα παιδιά μας, κάθε φορά, 2-3 πετράδια άπ’ τον απαράμιλλο θησαυρό της πλούσιας πνευματικής παρακαταθήκης των Τριών Ιεραρχών.

της πρεσβυτέρας Σοφίας Βαλμά-Γιαννίση
Δασκάλας

Ζακχαίος: Η σωτηρία ως συγχώρεση των αμαρτιών

Κυριακή ΙΕ΄ Λουκά: Η σωτηρία ως συγχώρεση των αμαρτιών (Λου ιθ΄ 1-10)

zakxe2

Η περιγραφή μιας συνάντησης και των συνεπειών της αποτελεί το θέμα της ευαγγελικής περικοπής Λου 19:1-10. Πρωταγωνιστές της συνάντησης δύο μορφές που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αρχετυπικές. Από τη μια μεριά ο Ιησούς Χριστός, το “Πλήρωμα του Νόμου και των Προφητών”, η ενσάρκωση του σχεδίου του Θεού για τον κόσμο, και από την άλλη ο τελώνης Ζακχαίος, ο χαρακτηριστικός τύπος της διαφθοράς της κρατικής γραφειοκρατίας και της δημόσιας διοίκησης όλων των εποχών. Η πλοκή της αφήγησης είναι πολύ απλή. Ο Ζακχαίος, ένας διεφθαρμένος, πλούσιος φοροεισπράκτορας, επιθυμεί να δει τον Ιησού που περνούσε από την πόλη του, και, επειδή ήταν μικρόσωμος, ανέβηκε σε ένα δένδρο. Όταν τον είδε ο Ιησούς του ζήτησε να τον φιλοξενήσει στο σπίτι του. Ο Ζακχαίος ανταποκρίθηκε στο αίτημα και το αποτέλεσμα αυτής της συνάντησης ήταν η μεταμόρφωση του άπληστου και αισχροκερδούς τελώνη σε έναν συμπονετικό και έντιμο φιλάνθρωπο.

Παρά την απλότητα της αφήγησης όμως, εμπεριέχονται σ’ αυτήν ιδιαίτερα εντυπωσιακά στοιχεία. Το πρώτο από αυτά είναι η απροσδόκητη και αναντίστοιχη προς τους τύπους που εκπροσωπούν συμπεριφορά των πρωταγωνιστών. Ο διεφθαρμένος αλλά σημαίνον μέλος της τοπικής κοινωνίας Ζακχαίος, επιθυμεί να δει τον αδιάφθορο αλλά φτωχό δάσκαλο από τη Γαλιλαία. Και όχι μόνον αυτό, αλλά δεν διστάζει να διακινδυνεύσει τον καθωσπρεπισμό του και αποφασίζει να ανέβει σε ένα δένδρο. Ο Ιησούς, επίσης χωρίς να διστάσει, διακινδυνεύει την υπόληψή του και τη φήμη του ως δασκάλου της ηθικής και των απαιτήσεων του Θεού από τους ανθρώπους και αποφασίζει να ζητήσει τη φιλοξενεία του αμαρτωλού Ζακχαίου. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή επίσης είναι και η μεταστροφή του Ζακχαίου που περιγράφεται από τον ευαγγελιστή ως συνέπεια της συνάντησής του με τον Ιησού Χριστό.

Το στοιχείο όμως που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από θεολογική άποψη, παρ’ όλο που δεν διαθέτει τα θεαματικά χαρακτηριστικά των προηγουμένων είναι η αντίδραση του Ιησού στη μεταστροφή του Ζακχαίου. Αμέσως μετά την υπόσχεση του Ζακχαίου για διάθεση της περιουσίας του στους φτωχούς και στα θύματα της απληστίας του, ο Ιησούς δηλώνει ότι ο Ζακχαίος και η οικογένειά του έχουν σωθεί: Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο. Η σημασία της φράσης αυτής προκύπτει τόσο από τη μελέτη των ιδιαίτερων θεολογικών ενδιαφερόντων του ευαγγελιστή Λουκά όσο και από τη λειτουργική χρήση της συγκεκριμένης περικοπής στη λατρεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Το θέμα “σωτηρία” είναι κεντρικό σε ολόκληρο το έργο που αποδίδεται στον ευαγγελιστή Λουκά. Με αυτό το θέμα ξεκινά το πρώτο του έργο και με το ίδιο τελειώνει το δεύτερο. Στο πρώτο κεφάλαιο του Κατὰ Λουκὰν Εὐαγγελίου ο ιερέας Ζαχαρίας, απευθυνόμενος στον γιο του Ιωάννη, προλέγει: «Κι εσύ, παιδί μου, θα ονομαστείς προφήτης του Ύψιστου Θεού, γιατί θα προπορευτείς πριν από τον Κύριο για να ετοιμάσεις τον δρόμο του, κάνοντας γνωστή στον λαό του τη σωτηρία με τη συγχώρεση των αμαρτιών τους» (Λου 1:76-77). Αντίστοιχα, στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ο απόστολος Παύλος, απευθυνόμενος στους Ιουδαίους της Ρώμης, διακηρύσσει: «Μάθετε, λοιπόν, ότι ο Θεός έστειλε τη σωτηρία αυτή στους ξένους λαούς. Αυτοί θ’ ακούσουν τώρα!» (Πρα 28:28).

Περιεχόμενο της σωτηρίας, όπως προκύπτει από τα χωρία αυτά είναι η συγχώρεση των αμαρτιών. Η συγχώρεση είναι η μοναδικής και ζωτικής σημασίας ενέργεια του Θεού για τη σωτηρία των ανθρώπων, προϋποθέτει όμως την αποδοχή της από την πλευρά των ανθρώπων. Και η αποδοχή αυτή δεν σημαίνει απλά απαλλαγή από τα αισθήματα ενοχής ή ντροπής που γεννά η αμαρτία· αποδοχή της συγχώρεσης από τον Θεό σημαίνει απόφαση ριζικής, και ίσως οδυνηρής, αλλαγής της ζωής, όπως προκύπτει από την ιστορία του Ζακχαίου. Η συγχώρεση δεν είναι απλώς ένα ευχάριστο συναίσθημα ανακούφισης, απαλλαγής από κάποιο βάρος, αλλά η βαθειά και συνειδητή συναίσθηση του τι ακριβώς είναι η σχέση με τον Θεό και με τους άλλους ανθρώπους. Αποδοχή της συγχώρεσης όμως έχει ως συνέπεια αυτό και που στη γλώσσα της ψυχολογίας αποκαλείται “ενσυναίσθηση”, τη δυνατότητα, δηλαδή, του ανθρώπου να “μπει” στη θέση του άλλου, να κατανήσει τον άλλον, επομένως ο άνθρωπος που δέχτηκε τη συγχώρεση του Θεού, μπορεί να είναι αλληλέγγυος με τον αμαρτωλό συνάνθρωπό του.

Ο Ιησούς είχε επίγνωση της κακής φήμης που του είχαν προσάψει οι επικριτές του, κατηγορώντας τον ως «φαγά και οινοπότη, που κάνει παρέα με τελώνες και αμαρτωλούς» (Λου 7:34). Όμως δεν κάνει καμία προσπάθεια να ανασκευάσει τις κατηγορίες. Αντίθετα, δείχνει να τις συντηρεί, τόσο με τη συμπεριφορά του όσο και με τη διδασκαλία του. Έτσι, δέχεται προσκλήσεις σε πλούσια συμπόσια, όπως στην περίπτωση του τελώνη Ματθαίου (Λου 5:27-29) ή και αυτοπροσκαλείται σε σπίτια αμαρτωλών, όπως στην περίπτωση του Ζακχαίου, ενώ ταυτόχρονα προκαλεί με τις παραβολές του, όπως εκείνη για τον σπλαχνικό πατέρα που οργανώνει μεγάλη γιορτή για να υποδεχτεί τον άσωτο και καταχραστή γιο του (Λου 15:11-32) ή την άλλη για τον αμαρτωλό τελώνη, του οποίου η προσευχή εισακούεται από τον Θεό σε αντίθεση με εκείνη του περήφανου για την ηθική του Φαρισαίου (Λου 18:9-14). Η ανάγνωση, σύμφωνα με τη λειτουργική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, των περικοπών αυτών κατά την περίοδο που προηγείται της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, υπογραμμίζει την αλήθεια ότι δεν υπάρχει όριο στην αποδοχή των αμαρτωλών από τον Ιησού και στην αλληλεγγύη του προς αυτούς (Λου 15:1-2), επομένως ούτε στη συγχώρεση που χαρίζει ο Θεός. Αν ο Ιησούς καταπατά με κάθε ευκαιρία όλες τις κοινωνικές συμβάσεις και προκαλεί τις ηθικές και θρησκευτικές ευαισθησίες των Ιουδαίων, δεν το κάνει ούτε τυχαία ούτε από αδιαφορία για τα συναισθήματα των άλλων, αλλά επειδή γνωρίζει πως μόνον μια τέτοια αντισυμβατική συμπεριφορά που φανερώνει πλήρη αποδοχή του άλλου μπορεί να ανοίξει σε κάποιον τον δρόμο προς τη σωτηρία.

Πηγή

Ενοριακή Κατασκήνωση 2019 από 28 έως 30 Ιουνίου.

Για πρώτη φορά εφέτος, ως ενορία, θα οργανώσουμε κατασκήνωση για όλες τις οικογένειες των ενοριτών μας. Πληροφορίες φαίνονται παρακάτω. Αποτελεί μία πρώτη προσπάθεια να βρεθούμε σε οργανωμένο πάρκο διακοπών, να γνωριστούμε, να προσευχηθούμε και να τελέσουμε εκεί το μυστήριο της Θείας Λειτουργίας.

Το πάρκο βρίσκεται στο Schoorl. Πληροφορίες για το πάρκο, κόστος συμμετοχής και διαδικασία όπως παρακάτω:

Περισσότερες πληροφορίες για το πρόγραμμα θα δωθούν με νεότερες ανακοινώσεις.

Ο Μεγάλος Αγιασμός των Θεοφανείων

5 Ιανουαρίου 2018

Πηγή: pemptousia.gr

Στους Πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας ο αριθμός «Επτά» που αναφέρεται στα Μυστήρια είναι άγνωστος. Θεωρούν κάθε μορφή ιεροπραξίας που γίνεται από τους κανονικούς λειτουργούς της Εκκλησίας για αγιασμό και σω­τηρία των πιστών σαν Μυστήριο.

«Κάθε ιερά πράξις και τελετουργία εν τη Εκκλησία είναι ένα μυστήριόν της, και κάθε μυστήριόν της είναι μεγάλο όπως το ίδιον το μυστήριον της Εκκλησίας, διότι κάθε μυστηριακή πράξις εν τω θεανθρωπίνω οργανισμώ της Εκκλησίας ευρίσκεται εις οργανικήν και ζωτικήν σχέσιν με το κεντρικόν μυστήριον της Εκκλησίας, τον θεάνθρωπον Χριστόν», γράφει ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς.

Πηγή:www.korestos-hristianikimartyria.com

Πηγή:www.korestos-hristianikimartyria.com

Και ο αγιασμός των Θεοφανείων ή Μεγάλος Αγιασμός, είναι μια πράξη της Εκκλησίας αλλά το ιερό θαύμα που τελείται με αυτή εί­ναι τεράστιο, όσο η ίδια η Εκκλησία. Το α­γαπημένο αυτό θαύμα, επισκέπτεται τώρα και δύο χιλιάδες χρόνια εκατομμύρια ψυχών των ορθοδόξων χριστιανών, τις καθαρίζει, τις α­γιάζει και τους χαρίζει την υγεία και την α­θανασία.

Γύρω από το θέμα του Μ. Αγιασμού ε­πικρατεί πολλή σύγχυση στο λαό μας. Οι χρι­στιανοί ρωτούν. «Πίνεται ο αγιασμός της πα­ραμονής των Θεοφανείων; Μπορούμε να έχου­με το Μ. Αγιασμό στο σπίτι μας και να τον χρησιμοποιούμε;». Πολλοί δίνουν αβασάνιστα μια πρόχειρη απάντηση με αποτέλεσμα να δημιουργείται η σύγχυση.

Επειδή με την εορτή των Θεοφανείων τελείται η ακολουθία του Μ. Αγιασμού θα αναφέρουμε λίγα για την έννοια και τη χρήση του.

Η ακολουθία του αγιασμού των υδάτων την ημέρα των Θεοφανείων είναι μια παλιά ιερή συνήθεια της Εκκλησίας μας. Ευχές για τον αγιασμό του νερού βρίσκουμε σε αρχαιότερα κείμενα όπως οι Απ. Διαταγές, Απ. Παράδοση του Ιππόλυτου και στο Ευχολόγιο του Σεραπίωνα, Επισκόπου Θμούεως. Παρα­δείγματα χρήσεως αγιασμένου νερού βρίσκου­με στη «Φιλόθεο Ιστορία» και στην «Εκκλη­σιαστική Ιστορία» του Θεοδώρητου.

Τα σημερινά Εκκλ. βιβλία (Μηναία – Ευ­χολόγια) σαν συνθέτη των Ευχών της ακολου­θίας του Μ. ‘Αγιασμού θεωρούν τον άγιο Σωφρόνιο Ιεροσολύμων. Η πραγματικότητα εί­ναι άλλη. Ο άγιος Σωφρόνιος μπορεί να θεω­ρηθεί ως «διακοσμητής της ακολουθίας, προσθέσας εν αρχή αυτής τα εισαγωγικά τροπάρια». Συνθέτης φαίνεται πιθανότερο να είναι ο Πρόκλος. Τα χειρόγραφα διασώζουν ότι η βασική ευχή του αγιασμού του νερού, η ευχή «Μέγας ει, Κύριε…» ανήκει στο Μ. Βασίλειο.

Η ακολουθία του Μ. Αγιασμού τελείται κατά την σημερινή τάξη δύο φορές, την παρα­μονή της εορτής των Θεοφανείων μετά το τέ­λος της Θ. Λειτουργίας του Μ. Βασιλείου και την ημέρα των Θεοφανείων. Και στις δύο περι­πτώσεις τελείται η ίδια ακριβώς ακολουθία με μόνη την διαφορά ότι ο «πρόλογος της μεγά­λης καθαγιαστικής ευχής δηλ. από το «Τριάς Υπερούσιε…» μέχρι το «συνεχόμενος φόβω εν κατανύξει βοώ σοι» διαβάζεται μόνο την ημέ­ρα των Θεοφανείων. Ο Αγιασμός, λοιπόν, της παραμονής και της ημέρας των Θεοφανείων είναι ακριβώς ο ίδιος, «μέγας αγιασμός» και στις δύο περιπτώσεις.

Γιατί όμως τελείται δύο φορές ο ίδιος μεγάλος αγιασμός;

Για λόγους πρακτικούς. Για να εξυπηρετούνται οι πιστοί. Η διπλή τέλεση άρχισε από τον 5ο αιώνα. Στην αρχή ο μεγάλος αγιασμός γινόταν κατά την παν­νυχίδα της εορτής των Θεοφανείων αμέσως μετά την ακολουθία του Όρθρου, σε ανάμνηση του βαπτίσματος του Κυρίου. Μετά την ακολουθία του Όρθρου οι πιστοί αντλούσαν αγιασμένο νερό, έπιναν και ραντίζονταν και στη συνέχεια βαπτίζονταν σ’ αυτό οι κατη­χούμενοι. Στην ουσία ο μέγας αγιασμός είναι ευλογία του νερού του βαπτίσματος. Στη λει­τουργία της εορτής που ακολουθούσε μετά τον Όρθρο παρευρίσκονταν και οι νεοφώτιστοι γι’ αυτό και μέχρι σήμερα ψάλλεται το «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε…».

Ο Πατριάρχης Αντιόχειας Πέτρος Γναφεύς (465 – 475) όρισε να τελείται ο αγια­σμός και κατά την παραμονή των Θεοφανείων «εν τη εσπέρα». Έτσι ξεχωρίστηκαν οι ακολουθίες του αγιασμού του νερού για το βάπτισμα και του Μ. Αγιασμού.

Δεν είναι λοιπόν παράξενο που στη Θ. Λειτουργία της παραμονής των Θεοφανείων ακούμε τροπάρια του εσπερινού, αφού αυτή γινόταν βράδυ ενώ σήμερα γίνεται πρωί. Η σημερινή λοιπόν Θ. Λειτουργία και Μεγάλος Αγιασμός της παραμονής των Θεοφανείων έχει τη θέση τις άλλοτε βραδινής λειτουργίας.

Πίνεται ο αγιασμός αυτός της παραμονής των Θεοφανείων;

Και βέβαια πίνεται. Αφού με τον αγια­σμό αυτόν ο ιερέας ραντίζει όλους τους χώ­ρους και τους εξαγιάζει, δεν επιτρέπεται να τον πιούμε;

Η ίδια η ακολουθία του αγιασμού μας λέει ότι πρέπει να τον πίνουμε. Αν προ­σέξουμε καλά τις δεήσεις και τις ευχές της ακολουθίας θα το δούμε σε πολλά σημεία. Η ακολουθία του αγιασμού προϋποθέτει ότι θα πιουν οι χριστιανοί τον αγιασμό και ο ιερέ­ας εύχεται να τους αποβεί προς αγιασμό, προς ευλογία, προς ψυχική και σωματική υγεία. Σε μια ευχή ο ιερέας εύχεται «Δος πάσι τοις τε απτομένοις, τοις τε χριομένοις, τοις τε μεταλαμβάνουσιν, τον αγιασμόν, την ευλογίαν, την κάθαρσιν, την υγείαν». (Δώσε σε όλους όσους αγγίζουν, αλείφονται και πίνουν τον αγιασμό, την ευλογία, τον καθαρι­σμό και την υγεία).

Ακόμα ένα στοιχείο από τη σύγχρονη πράξη των μοναστηριών του Αγ. Όρους. Οι μοναχοί κοινωνούν του μεγάλου Αγιασμού όχι μόνον κατά την ημέρα των Θεοφανείων, αλλά κατά την συνήθειά τους να πίνουν αγια­σμό κάθε μέρα μετά την Θ. Λειτουργία, πί­νουν από αυτόν σε όλο το οκταήμερο μετά τα Θεοφάνεια, μέχρι της αποδόσεως της εορτής.

Πίνεται, λοιπόν, ο Μεγάλος Αγιασμός της παραμονής.

Δεν πρέπει όμως να νηστεύουμε την προηγουμένη μέρα; Όχι! Πολλοί, ακόμη και ιερείς, νομίζουν ότι την παραμονή των Θεο­φανείων νηστεύουμε για να πιούμε τον αγια­σμό την άλλη μέρα. Αυτό δεν είναι σωστό. Η νηστεία της παραμονής γίνεται για την γιορτή των Θεοφανείων και όχι για τον αγιασμό. Έτσι κι’ αν ένας χριστιανός δεν θα πιει α­γιασμό γιατί π.χ. δεν έχει το χωριό του πα­πά ή για άλλο λόγο, οφείλει να νηστέψει την παραμονή των Θεοφανείων για την μεγάλη γιορτή της Βαπτίσεως του Κυρίου.

Ας δούμε τί γράφει γι’ αυτό το θέμα ο μακαριστός καθηγητής της Λειτουργικής στο Πανεπιστή­μιο Θεσσαλονίκης I. Φουντούλης. «Η νηστεία της παραμονής των Θεοφανείων κακώς θεω­ρείται ότι έχει σχέση με την μετάληψη του μεγάλου Αγιασμού. Κατά παλαιό έθος της Εκκλησίας, των μεγάλων εορτών προηγείτο προετοιμασία, η οποία εκτός των άλλων περιελάμβανε και νηστεία… Τα Θεοφάνεια δεν είχαν τη δυνατότητα να αναπτύξουν νηστεία αν και τα προεόρτια των αρχίζουν από την 2αν Ιανουαρίου, γιατί το δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων αποτελούσε εορταστική περί­οδο καταλύσεως εις πάντα. Εξ άλλου η νη­στεία των Χριστουγέννων είναι προπαρα­σκευαστική και για τα Θεοφάνεια, εφ’ όσον οι εορτές αυτές παλαιότερα αποτελούσαν μια ενιαία εορτή, που εωρτάζετο την 6ην Ι­ανουαρίου.

Μόνο, λοιπόν, η παραμονή των Θεοφα­νείων έμεινε στην Εκκλησία μας ως ημέρα νηστείας, ξηροφαγίας… Η νηστεία όμως, κατά τους ιερούς κανόνας, απαγορεύεται κα­τά τα Σάββατα και τας Κυριακάς. Αν κατ’ αυτάς τας ημέρας συμπέσει η παραμονή των Θεοφανείων, καταλύεται η νηστεία, όχι βέ­βαια «εις πάντα», αλλά έχουμε κατάλυση «οί­νου και ελαίου».

Αν παραδεχτούμε ότι για να πιούμε το μεγάλο Αγιασμό πρέπει να νηστέψουμε τό­τε κανείς δεν πρέπει να πίνει από τον αγιασμό της παραμονής των Θεοφανείων γιατί η προηγουμένη ημέρα, η 4η  Ιανουάριου, είναι καταλύσιμη. Επομένως ή δεν θα έπρεπε να τελείται ο αγιασμός κατά την παραμονή ή αν ετελείτο δεν θα έπρεπε να κοινωνούν απ’ αυτόν οι πιστοί. Το δεύτερο αποκλείεται για­τί όλες οι ιερές ακολουθίες γίνονται για να μετάσχουν οι πιστοί στις πνευματικές δω­ρεές μη την μετάληψη των αγιαζομένων ειδών.

Η νηστεία, λοιπόν, της παραμονής των Θεοφανείων δεν έχει καμιά σχέση μη τον α­γιασμό και μπορούμε να πιούμε τον αγιασμό της παραμονής της εορτής χωρίς να έχουμε νηστέψει την προηγούμενη μέρα.

Αυτά που γράφτηκαν μέχρι τώρα για τον Μεγάλο Αγιασμό ισχύουν για τις μέρες των Θεοφανείων. Σε άλλη μέρα εκτός της εορ­τής χρειάζεται σχετική νηστεία για να πάρει κανείς τον μεγάλο αγιασμό.

Τον μεγάλο αγιασμό τον φυλάμε στα σπί­τια μας;

Βεβαιότατα. Οι πιστοί από πολύ πα­λιά, τηρώντας ιερή παράδοση, παίρνουν το μεγάλο αγιασμό των Θεοφανείων ή της παραμονής και τον φυλάνε στα σπίτια τους. Ο ιε­ρός Χρυσόστομος αναφέρει στο λόγο του «Εις το Άγιον Βάπτισμα» (P.G. 49,366) για τους χριστια­νούς της εποχής του ότι είχαν τη συνήθεια να αντλούν από το αγιασμένο νερό και να το διατηρούν στα σπίτια τους ένα και δύο και τρία ακόμα χρόνια. Μάλιστα ο άγιος Πατέ­ρας θαυμάζει ότι το αγιασμένο νερό δεν φθείρεται, δεν σαπίζει, αν και παραμένει πολύ διάστημα κλεισμένο, αλλά είναι καθα­ρό και υγιεινό.

Σκοπός που διατηρείται ο μεγάλος αγια­σμός στα σπίτια είναι να πίνουν οι πιστοί ή να χρίονται και να αγιάζονται αν έχουν κάποια ψυχική ή σωματική αρρώστια. Και μπο­ρούν βέβαια έτσι να κάνουν σε ανάλογη πε­ρίσταση με μεγάλη πάντοτε ευλάβεια προς τον μεγάλο αγιασμό.

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε και να το­νίσουμε ότι μετά την ημέρα των Θεοφανείων, πρέπει να προσέχουμε να μη χυθεί σε ενδεχόμενη χρήση του ούτε σταγόνα από τον μεγά­λο αγιασμό. Σε χειρόγραφο της Μονής Σινά του ΙΣΤ’ αι. γράφεται το εξής. «Μετά την λειτουργίαν της αύριον (των αγίων Θεοφα­νείων) ου ρίπτεται αγίασμα το σύνολον, αλ­λά τιμάται και προσέχεται και δεύτερον της αγίας κοινωνίας θεωρείται» δηλ. μετά την λειτουργία των αγίων Θεοφανείων δεν χύνε­ται καθόλου μεγάλος αγιασμός αλλά τον τι­μούμε και τον προσέχουμε και τον θεωρούμε ότι μετά την Θεία Κοινωνία έχει την δεύτερη θέση.

Από αυτή τη θέση που πήρε ο Μέγας Αγιασμός δημιουργήθηκε μια παρανόηση σε πολλούς χριστιανούς: Ότι είτε κοινωνήσουν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού είτε πιουν Μεγάλο Αγιασμό το ίδιο είναι.

Πολύ παλιά συνήθεια πάλι είναι ο μεγάλος αγιασμός να δίνεται στους χριστιανούς εκείνους, που εμποδίζονται από τον πνευμα­τικό να κοινωνήσουν τα Άχραντα μυστήρια γιατί υπέπεσαν σε βαρειά αμαρτήματα. Για την Θεία Κοινωνία υπάρχουν κωλύματα (ε­μπόδια), για τον μεγάλο αγιασμό δεν υπάρ­χουν. Όσοι συμβαίνει να μεταλαμβάνουν από τον μεγάλο αγιασμό παίρνουν βέβαια ευλογία δεν πρέπει όμως στη συνείδησή τους ο μεγάλος αγιασμός να αντικαταστήσει τη Θεία Κοινω­νία, αλλά πρέπει να πιστεύουν ότι έμειναν ακοινώνητοι και να στενοχωρούνται γι’ αυτό.

Ο Μεγάλος Αγιασμός πίνεται, ως γνωστόν, πριν να πάρουμε το αντίδωρο ή οτιδή­ποτε άλλο.