Πόσο ταιριάζει στο νέο άνθρωπο η ζωή της Εκκλησίας

Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης κ. Παύλος.

                                  

Όλος ο αρχαίος πολιτισμός είναι ένας θεολογικός πολιτισμός. Το αγωνιώδες ερώτημα στη φιλοσοφία είναι το ερώτημα περί του ποιος είναι “το όντως Όν”.Τα περισσότερα θέματα των αρχαίων τραγωδιών είναι θρησκευτικά θέματα και περιλαμβάνουν καίρια θεολογικά ερωτήματα και προβλήματα.

Η Ενανθρώπιση του Θεού είναι η απάντηση του Oυρανού στη θρησκευτική και τη φιλοσοφική αγωνία του ανθρώπου, το Πάθος και η Ανάστασή Του νοηματίζουν τη ζωή και όλες τις πτυχές της.Η Εκκλησία επιθυμεί να αναγάγει τον άνθρωπο από τη σωματική άθληση στην κατά Θεόν άθληση. Να τον καλέσει από το αθλητικό στάδιο στο στάδιο των αρετών, προκειμένου τελικά πολύ πιο πέρα από μια εγκόσμια νίκη να κερδίσει τη νίκη απέναντι στο θάνατο.Η αντίληψη ότι η Εκκλησία δεν ενδιαφέρεται για το σώμα αλλά μόνο για την ψυχή του ανθρώπου, είναι λανθασμένη. Η Ορθόδοξη πίστη μας δεν αποδέχεται τον πλατωνικό διχασμό, σύμφωνα με τον οποίο το σώμα είναι ο τάφος της ψυχής. Αποβλέπει στη θέωση όλου του ανθρώπου, που αποτελείτε από ψυχή και σώμα, και βέβαια ενδιαφέρεται για την ανακαίνιση ολοκλήρου της κτίσεως.

Στην Αγία Γραφή αλλά και στην Πατερική Παράδοση πολλές φορές γίνεται αναγωγή από τη σωματική άθληση στην πνευματική άθληση. Ο λόγος του Αποστόλου Παύλου στον Τιμόθεο:«και εάν δε και τις αθλη ου στεφανούται εάν μη νομίμως αθλήση » είναι χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της θεωρήσεως των πραγμάτων.Ο αθλητής δεν παίζει με το άθλημα, δεν διασκεδάζει, παρά το ότι θέλει ο ίδιος να αγωνίζεται και χαίρεται αγωνιζόμενος. Ο αθλητής ζει ζωή πειθαρχημένη και μαθητεύει σκληρά. Πίσω από ένα χρυσό μετάλλιο ή μια διάκριση κρύβεται πολύς αγώνας, πολύς μόχθος, κρύβεται σκληρή προπόνηση.

 Με την προπόνηση μαθαίνει πρωτίστως τα όρια των δυνάμεων και των ικανοτήτων του, αλλά και την ανάγκη και τους τρόπους να τα υπερβαίνει διαρκώς. Σε πολλά επίσης από τα αθλήματα μαθαίνει τη συλλογικότητα, την επιτυχία ως συνεργασία.Ο αθλητής είναι αποφασισμένος να υποστεί πολλά για να κερδίσει το στεφάνι της νίκης, από την άλλη πλευρά όμως γνωρίζει αυτό που σημειώνει και ο Απόστολος Παύλος προς τον Τιμόθεο, το ότι δηλαδή “και εάν δε και άθλη τις, ου στεφανούται εάν μη νομίμως αθλήση”.

Αυτό το “νομίμως αθλήση” δεν αρχίζει και δεν τελειώνει μόνο μέσα στο στίβο, αλλά περιλαμβάνει και τον τρόπο της προετοιμασίας του. Περιλαμβάνει την εγκράτειά του, την άσκησή του, την πειθαρχία και την επιμονή του, την υπακοή του και στους κανόνες και στον δάσκαλό του, τον προπονητή του.

Στο σημείο αυτό θέλω να σημειώσω ότι η προπόνηση προϋποθέτει προπονητή, στον οποίον ο αθλητής εμπιστεύεται την προετοιμασία του και γνωρίζει ότι του οφείλει τη νίκη του. Η ύπαρξη του προπονητή έχει μεγάλη σημασία για την άθληση.

Ο προπονητής γνωρίζει τη μέθοδο για να κάνει τον αθλητή να αποδώσει στον καλύτερο βαθμό. Έχει σαφή γνώση της αθλήσεως, γνωρίζει καλά τη φυσική κατάσταση του αθλητή και, με την ειδική μέθοδο που γνωρίζει και χρησιμοποιεί, προσπαθεί σταδιακά να ανεβάσει τον αθλητή στο επίπεδο που μπορεί να  αποδώσει και να επιτύχει το σκοπό του.Χωρίς προπονητή είναι αδύνατον να γίνει κανείς καλός αθλητής. Η ύπαρξη του προπονητή έχει ακόμη την έννοια της υπακοής και της πειθαρχίας. Ένας σωστός αθλητής υπακούει και σέβεται τον προπονητή του, αποδέχεται και τηρεί – μετ΄ ευλαβείας πολλές φορές-τις υποδείξεις του, πειθαρχεί στις εντολές του.

Ανάλογη είναι η εμπειρία των πνευματικών αθλητών. “Δώσε αίμα και λάβε πνεύμα” λέγει κάποιος από αυτούς, ενώ έτερος θα παρατηρήσει ότι κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει τον Θεό “εν αναπαύσει και πλατυσμώ”. Όλη η ζωή της Εκκλησίας – είτε αφορά τους μοναχούς είτε τους εις τον κόσμον αγωνιζομένους Χριστιανούς – έχει ασκητικό χαρακτήρα, είναι μια διαρκής άθληση.Η άσκηση είναι το καλύτερο εργαλείο για την ανόρθωση της ψυχής και τη σωστή σχέση της με το σώμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η άσκηση είναι ο σκοπός της πνευματικής ζωής. Είναι το μέσο για την επίτευξη του σκοπού, που είναι η θέωση του ανθρώπου.

Η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι μια κατ΄ εξοχήν ασκητική-αθλητική περίοδος, είναι η είσοδος στο Στάδιον των Αρετών, το οποίο έχει ήδη ανοιχθεί και κληθήκαμε- όσοι θέλουμε να αγωνισθούμε- να προσέλθουμε αναλαμβάνοντας τον καλόν της νηστείας αγώνα. Το άθλημα αυτό της νηστείας, όπως εξηγεί με τους υπέροχους ύμνους των ημερών, δεν αφορά μόνο το σώμα του ανθρώπου, αλλά τον όλον άνθρωπο, διαφορετικά το άθλημα αυτό δεν είναι “ευάρεστον τω Κυρίω”. Άσκηση είναι η αγάπη, είναι η άσκηση της αγάπης, όπως ολοκάθαρα φαίνεται στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής των Αποκρέω.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης τονίζει ότι: “στάδιον ο κοινός των ανθρώπων βίος εστί, οις αντίπαλός εστίν η κακία, πολυτρόπως τοις δολεροίς παλαίσμασι καταγωνιζομένη τους προσπαλαίοντας ”.

Ο Χριστιανός σε πολλά χωρία της Καινής Διαθήκης θεωρείται ως αθλητής, αγωνιστής, παλαιστής, που αγωνίζεται τον καλόν αγώνα της πίστεως. Σε όλη τη Λατρευτική πράξη οι Άγιοι είναι οι αθλοφόροι Κυρίου, που πότισαν τη γη με το αίμα τους, και το μαρτύριό τους χαρακτηρίζεται σαν άθληση.

Όπως στα σωματικά, όμως, η ύπαρξη του προπονητού παίζει καίριο ρόλο, το ίδιο συμβαίνει και στα πνευματικά. Ο Χριστιανός χρειάζεται έναν πνευματικό προπονητή, μύστη των μυστικών όλων των πνευματικών αθλημάτων, για να μαθαίνει στην υπακοή και να αποκτήσει την πνευματική γνώση. Πνευματική ζωή χωρίς πνευματικό πατέρα και καθοδηγητή- και μάλιστα έμπειρο- δεν είναι δυνατόν να κατορθωθεί και ο ασκούμενος στα πνευματικά παλαίσματα Χριστιανός είναι πολύ εύκολο να πέσει σε πλάνη.

Να τονίσουμε επίσης ότι η άσκηση είναι δίχως νόημα, ευλογία και αγιασμό, αν είναι απομακρυσμένη από την υπακοή στην Εκκλησία. Η δίαιτα δεν έχει καμιά σχέση με τη νηστεία, η αγρυπνία με την αϋπνία, η μοιρολατρική στάση απέναντι στη φτώχεια με τη συνειδητή απόρριψη του περιττού και την εντρύφηση στην απλότητα.Συχνά ο νους μας είναι νοσηρός. Κάνουμε λοιπόν αυτό που λέγει ο Κύριος στο Ευαγγέλιο, αυτό που οι Θεοφόροι Πατέρες ορίζουν στους ιερούς Κανόνες και αυτό που επιτρέπει ο Πνευματικός μας Πατέρας. Η αυθαιρεσία, η πρωτοτυπία, η ανυπακοή είναι άγνωστα για την Ορθόδοξη άσκηση.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία προσφέρει στον άνθρωπο μια μοναδική πνευματική οδό, η οποία ολοκληρώνει τη σωματική γυμνασία και προετοιμασία του αθλητή, τον απεγκλωβίζει από τη μονομέρεια, η οποία οδηγεί πολλές φορές σε μη αθλητικούς δρόμους και τελικώς, πέρα από τις ανθρώπινες διακρίσεις και τα μετάλλια, τον οδηγεί στη νοηματοδότηση της ζωής του και στη μέγιστη νίκη, τη νίκη απέναντι στο θάνατο, και στο μέγιστο έπαθλο, τη Βασιλεία του Θεού.   

Η εμφάνιση του Αγίου Λουκά του Ιατρού. Μία αληθινή ιστορία…

ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΙΑΤΡΟΣ - YouTube

Την 11 Ιουνίου εορτάζουμε τον Άγιο Λουκά, Αρχιεπίσκοπο Συμφερουπόλεως και Κριμαίας τον Ιατρό και Θαυματουργό. Στην ενορία μας, την 10η του μηνός τελούμε ως είθισται τον Εσπερινό του Αγίου και την Παράκληση Του, δεδομένου ότι πριν από 3 χρόνια είχαμε την μεγάλη ευλογία να έχουμε τα άγια Λείψανα του στο ναό μας στο Ρότερνταμ.

Προ 2 ημερών έλαβα ένα μήνυμα από μία ευλαβεστάτη ενορίτισσα μας που με παρακαλούσε να έλθει με την κόρη της στο ναό για να τελέσει αρτοκλασία και να ευχαριστήσει τον Άγιο Λουκά για το θαύμα στην κόρη της.

Η Δήμητρα, έτσι λένε την κόρη της, προγραμματίσθηκε την 15 Απριλίου, να υποβληθεί σε σοβαρή χειρουργική επέμβαση στο κεφάλι. Προ της επέμβασης αυτής εμφανίστηκε στον ύπνο της μικρής Δήμητρας ο Άγιος Λουκάς ο Ιατρός 3 φορές. Πρέπει να σημειώσουμε ότι η εν λόγω οικογένεια δεν είχε ποτέ καμμία ιδιαίτερη σχέση με τον Άγιο, ούτε και τον είχε δει ποτέ.

Η μητέρα της Δήμητρας, η Ειρήνη, άρχισε να δείχνει αγιογραφίες με τις εικόνες Αγίων στην μικρή Δήμητρα. Καμμία από τις αγιογραφίες που της έδειχνε δεν συμφωνούσε με το πρόσωπο του Αγίου που η ίδια είχε δει. Μετά από ημέρες, εστάλη στην Ειρήνη η αγιογραφία του Αγίου μας στο κινητό της τηλέφωνο από την αδελφή της που ευρίσκετο στην Ελλάδα. Μόλις είδε την εικόνα η μικρή Δήμητρα, αμέσως αναγνώρισε τον Άγιο Λουκά.

Την 10η Ιουνίου το βράδυ τελέσαμε την Παράκλησή του. Την ίδια ημέρα η μικρή Δήμητρα έλαβε τα πρώτα αποτελέσματα από τις εξετάσεις στο νοσοκομείο. Όλα πηγαίνουν καλά.

Δόξα στον Θεό και στους Αγίους Του που πρεσβεύουν για εμάς και μας προστατεύουν από όλα τα δεινά.

Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ -Διδαχή στην Κυριακή του Αντίπασχα (Κυριακή του Θωμά) για τον Χριστιανισμό

(Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

«Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες» (Ιω. 20, 29)

«ΜΑΚΑΡΙΟΙ είναι εκείνοι που πιστεύουν χωρίς να μ’ έχουν δει». Αυτά τα λόγια είπε ο Κύριος στον πιστό μαθητή Του, που αρνήθηκε να πιστέψει στην ανάστασή Του, όταν οι αδελφοί του, οι απόστολοι, του τη γνωστοποίησαν. Αυτά τα Λόγια είπε ο Κύριος στον μαθητή Του, που είχε δηλώσει ότι δεν θα πίστευε στην ανάστασή Του, ώσπου να βεβαιωνόταν με τις αισθήσεις του γι’ αυτό το τόσο θαυμαστό και τόσο σημαντικό για ολόκληρη την ανθρωπότητα γεγονός. «Είδαμε τον Κύριο με τα μάτια μας!» (Ιω. 20, 25), έλεγαν με χαρά στον άγιο Θωμά οι άλλοι απόστολοι, στους οποίους εμφανίστηκε ο Κύριος την ημέρα της αναστάσεώς Του, όταν βράδιασε. Οι μαθητές ήταν συγκεντρωμένοι σ’ ένα σπίτι με κλειδωμένες τις πόρτες, επειδή φοβούνταν τους Ιουδαίους, που μόλις είχαν διαπράξει τη θεοκτονία κι έπαιρναν ήδη μέτρα εναντίον της προαναγγελμένης αναστάσεως του Ιησού (Βλ. Ιω. 20, 19). Ο Κύριος είχε μπει στο σπίτι χωρίς ν’ ανοίξει τις πόρτες.

Ο Θωμάς, λοιπόν, αποκρίθηκε στους αδελφούς του με αμηχανία: «Αν δεν δω στα χέρια Του τα σημάδια από τα καρφιά, κι αν δεν βάλω το δάχτυλό μου στα σημάδια από τα καρφιά, κι αν δεν βάλω το χέρι μου στη λογχισμένη πλευρά Του, δεν θα πιστέψω» (Ιω. 20, 25). Με τα λόγια αυτά δεν εκφράστηκε απιστία, που είναι εναντίωση στον Θεό. Με τα λόγια αυτά εκφράστηκε μια άφατη χαρά. Με τα λόγια αυτά εκφράστηκε η απορία μιας ψυχής μπροστά στο μεγαλείο ενός γεγονότος που υπερβαίνει την ανθρώπινη νόηση, ενός γεγονότος που άλλαξε την κατάσταση της ανθρωπότητας.

Ο πανάγαθος Κύριος δεν άργησε να δώσει στον μαθητή Του την επιβεβαίωση που τόσο ποθούσε. Μία εβδομάδα μετά την πρώτη εμφάνισή Του στους αποστόλους, εμφανίστηκε πάλι σ’ αυτούς εκεί που ήταν συγκεντρωμένοι. Μαζί τους βρισκόταν τώρα κι ο Θωμάς. Ξαφνικά, λοιπόν, μολονότι οι πόρτες ήταν κι αυτή τη φορά κλειδωμένες, είδαν τον Κύριο να παρουσιάζεται και να στέκεται ανάμεσά τους. «Ειρήνη σ’ εσάς» (Ιω. 20, 26), τους είπε. Έπειτα γυρίζει στον Θωμά και του λέει: «Φέρε το δάχτυλό σου εδώ και δες τα χέρια μου. Φέρε και το χέρι σου και βάλ’ το στην πλευρά μου. Μην αμφιβάλλεις· πίστεψε!» (Ιω. 20, 27). Έτσι ο Κύριος έδειξε ότι, ως «πανταχού παρών», βρισκόταν εκεί, ανάμεσα στους μαθητές Του, και τότε που ο Θωμάς, θεωρώντας Τον απόντα, είχε αμφισβητήσει την ανάστασή Του. Ο Θωμάς ήθελε να βεβαιωθεί για την ανάσταση του Χριστού. Αλλά τώρα, παίρνοντας μιαν ασύγκριτα ανώτερη διαβεβαίωση, δεν χρειάζεται την επιβεβαίωση της αναστάσεως. «Είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου!» (Ιω. 20, 28), αναφωνεί. Σαν να έλεγε: “Αφού βεβαιώθηκα για τη θεότητά Σου, δεν ζητώ να διαπιστώσω την ανάστασή Σου. Σ’ Εσένα, τον παντοδύναμο Θεό, είναι όλα δυνατά, ακόμα κι εκείνα που υπερβαίνουν την ανθρώπινη αντίληψη”.

Απαντώντας στην ομολογία του αποστόλου, ο Κύριος μακάρισε εκείνους που πιστεύουν χωρίς να Τον έχουν δει. Μακάρισε κι εμάς ο Κύριος μαζί μ’ όλους όσοι δεν Τον είδαν με τα σωματικά τους μάτια. Μακάρισε κι εμάς, που βρισκόμαστε τόσο μακριά Του χρονικά και τοπικά. Μας μακάρισε τότε που στεκόταν ανάμεσα στους άγιους αποστόλους Του με την ανθρώπινη φύση που την είχε προσλάβει, την είχε προσφέρει θυσία για την ανθρωπότητα και, τελικά, την είχε δοξάσει, ανασταίνοντάς την. Δεν ξέχασε ο Κύριος κι εμάς, όσους βρισκόμαστε εδώ, στον Ιερό ναό Του, αναπολώντας το γεγονός, από το οποίο μας χωρίζουν δεκαοκτώ αιώνες. Μακάριοι κι εμείς, που δεν Τον είδαμε, αλλά πιστεύουμε σ’ Αυτόν. Μακάριοι όσοι από μας πιστεύουν σ’ Αυτόν.

Η ουσία βρίσκεται στην πίστη. Αυτή φέρνει τον άνθρωπο κοντά στον Θεό και τον κάνει παιδί του Θεού. Αυτή θα παρουσιάσει τον άνθρωπο στον Θεό. Αυτή, την τελευταία ημέρα της ζωής του πρόσκαιρου τούτου κόσμου και κατά την απαρχή της αιώνιας ημέρας, θα βάλει τον άνθρωπο στα δεξιά του θρόνου του Θεού, για ν’ ατενίζει αιώνια τον Θεό, για να ευφραίνεται αιώνια με τον Θεό, για να βασιλεύει αιώνια μαζί με τον Θεό.

«Μακάριοι εκείνοι που πιστεύουν χωρίς να μ’ έχουν δει». Μ’ αυτά τα λόγια ο Κύριος συνένωσε τους πιστούς όλης της γης και όλων των εποχών με τους αποστόλους. Το ίδιο είχε κάνει, όταν προσευχήθηκε στον Πατέρα Του, λίγο πριν οδηγηθεί στα παθήματα και τον θάνατο για τη σωτηρία μας. «Δεν προσεύχομαι μόνο γι’ αυτούς (δηλαδή τους αποστόλους)», είχε πει τότε, «αλλά και για εκείνους που με το κήρυγμα αυτών θα πιστεύουν σ’ εμένα» (Ιω. 17,20). Έτσι κι εδώ, λοιπόν, κάνει μετόχους του μακαρισμού των αποστόλων όλους τους πιστούς, όλα τα μέλη της Εκκλησίας. «Μακάρια είναι τα μάτια σας», είχε πει στους μαθητές Του σε μιαν άλλη περίσταση, «γιατί βλέπουν, και τ’ αυτιά σας γιατί ακούνε! Σας βεβαιώνω ότι πολλοί προφήτες και δίκαιοι» της Παλαιάς Διαθήκης «επιθύμησαν να δουν και ν’ ακούσουν αυτά που βλέπετε και ακούτε εσείς, αλλά δεν τα είδαν και δεν τα άκουσαν» (Ματθ. 13, 16-17).

Οι μακάριοι αυτόπτες και υπηρέτες του Λόγου μας παρέδωσαν με ακρίβεια ό,τι είδαν και άκουσαν (Βλ. Λουκ. 1,3, Α’ Ιω. 1, 1-3), όταν, όπως λέει ένας απ’ αυτούς, «ο Λόγος έγινε άνθρωπος, κι έστησε τη σκηνή Του ανάμεσά μας, και είδαμε τη θεϊκή Του δόξα, τη δόξα που ο μονογενής (Υιός) έχει από τον Πατέρα, και ήρθε γεμάτος θεία χάρη και αλήθεια για μας» (Ιω. 1, 14). Η σαφής αφήγηση των αποστόλων μας κάνει νοερούς θεατές των γεγονότων, των οποίων εκείνοι υπήρξαν αυτόπτες.

Μέσω των Μυστηρίων της Εκκλησίας βρισκόμαστε σε διαρκή κοινωνία με τον Κύριο. Η ζωντανή πίστη κάνει τον Θεό, που είναι αόρατος με τα μάτια του σώματος, ορατό με το μάτι της ψυχής, τον νου (Πρβλ. Εβρ. 11, 27). Μυστικά μας αποκαλύπτει τον Κύριο η ζωή η σύμφωνη με τις εντολές ΤουΌταν οι “μαθητές” του Κυρίου, δηλαδή οι ιδέες που έχει προσλάβει ο νους από το Ευαγγέλιο, συγκεντρωθούν στο “υπερώο”, δηλαδή στην καρδιά και κλειδώσουν τις πόρτες της για να μην εισχωρήσουν εκεί οι “Ιουδαίοι”, δηλαδή οι λογισμοί που εναντιώνονται στον Κύριο και την πανάγια διδασκαλία Του, τότε Εκείνος εμφανίζεται πνευματικά εκεί, στον εσωτερικό άνθρωπο.

Εφόσον εξομοιωνόμαστε με τους αγίους αποστόλους, τολμούμε να ισχυριστούμε πως είμαστε πιο μακάριοι από τους δικαίους της Παλαιάς ΔιαθήκηςΕκείνοι πίστευαν σε Λυτρωτή που θα ερχόταν εμείς πιστεύουμε στον Λυτρωτή που ήρθε και πραγματοποίησε τη λύτρωση. Σ’ εκείνους είχε δοθεί η υπόσχεση των δωρεών της χάριτος· σ’ εμάς έχουν δοθεί άφθονες οι ίδιες οι δωρεές, από τις οποίες ωφελούμαστε ανάλογα με την προαίρεσή μας. Ο Δωρητής είναι απείρως πλούσιος και απείρως ελεήμων. Αν αισθανόμαστε έλλειψη των δωρεών Του, υπαίτιοι γι’ αυτό είμαστε εμείς, μόνο εμείς. Δεν τις αισθανόμαστε, επειδή έχουμε αδύναμη πίστη, ή μάλλον -θα το πω απροκάλυπτα— επειδή δεν έχουμε πίστη.

Γιατί δεν έχουμε πίστη; Επειδή δεν καταβάλαμε, δεν θελήσαμε να καταβάλουμε κανέναν κόπο για να διδαχθούμε τον Χριστιανισμό, ώστε ν’ αποκτήσουμε την πίστη από την ακρόαση του κηρύγματος (Βλ. Ρωμ. 10, 17) και την πίστη από την εκτέλεση των έργων της αρετής (Βλ. Ιω. 2, 18). Η πίστη από την ακρόαση του κηρύγματος παρέχει τη θεωρητική γνώση του Χριστιανισμού, ενώ η πίστη από τα έργα παρέχει την πρακτική γνώση του ΧριστιανισμούΟ χριστιανός που επιθυμεί με ειλικρίνεια να γνωρίσει βαθύτερα τον Θεό, οδηγείται απ’ αυτές τις δύο γνώσεις, οδηγείται από τον ίδιο τον Θεό, στη μυστική και ουσιαστική γνώση, την πνευματική. Η πνευματική γνώση είναι πάντα συνυφασμένη με τη ζωή της πίστεως. «Εκείνος που κατέχει τις εντολές μου και τις εκτελεί», είπε ο Κύριος, «αυτός με αγαπά· κι αυτός που με αγαπά, θ’ αγαπηθεί από τον Πατέρα μου, κι εγώ θα τον αγαπήσω και θα του φανερώσω τον εαυτό μου» (Ιω. 14, 21).

Τον Χριστιανισμό μπορούμε να τον παρομοιάσουμε μ’ ένα θαυμάσιο και μεγάλο λιμάνι, στο οποίο μπορούν ελεύθερα να πιάσουν πλοία όλων των τύπων και όλων των μεγεθών. Σ’ αυτό το λιμάνι βρίσκουν καταφύγιο και μια ταπεινή ψαρόβαρκα κι ένα τεράστιο φορτηγό πλοίο γεμάτο εμπορεύματα κι ένα γιγάντιο θωρηκτό οπλισμένο με πολυάριθμα μέσα καταστροφής και μια πολυτελής βασιλική θαλαμηγός προορισμένη για ταξίδια αναψυχής. Ο Χριστιανισμός δέχεται τον άνθρωπο σε οποιαδήποτε ηλικία και σε οποιαδήποτε κατάσταση, με οποιαδήποτε μόρφωση και με οποιεσδήποτε ικανότητες· τον δέχεται και τον σώζει. «Αν ομολογήσεις με το στόμα σου πως ο Ιησούς είναι ο Κύριος και πιστέψεις με την καρδιά σου…, θα βρεις τη σωτηρία. Πραγματικά, όποιος πιστεύει με την καρδιά του, οδηγείται στη δικαίωση, και όποιος ομολογεί με το στόμα, οδηγείται στη σωτηρία» (Ρωμ. 10, 9-10). Όποιος δεχθεί τον Χριστιανισμό και ενταχθεί στην Ορθόδοξη Εκκλησία —γιατί μόνο σ’ αυτήν διαφυλάσσεται ο αληθινός Χριστιανισμός—, θα σωθεί.

Σε κάθε εξαγορά εκείνο που έχει σημασία είναι το τίμημά της. Το τίμημα, με το οποίο όλοι οι άνθρωποι λυτρώνονται από την αμαρτία, είναι ο Χριστός. Αυτό το τίμημα καταβάλλεται χωρίς διακρίσεις και χωρίς μεροληψίες για όλους όσοι θέλουν να λυτρωθούν, για όλους όσοι πιστεύουν στην αξία της λυτρώσεως και την ομολογούν. Η ομολογία της αξίας της λυτρώσεως είναι συγχρόνως απόρριψη κάθε δικής μας αξίας. Το τίμημα της λυτρώσεως καταβάλλεται με την προϋπόθεση της αυταπαρνήσεως.

Ένας απλοϊκός άνθρωπος, που δεν έχει καμιά κοσμική παιδεία, σώζεται διά του Χριστιανισμού όπως ένας μορφωμένος και σοφός. Ο Χριστιανισμός, ως δωρεά του υπερτέλειου Θεού, τους ικανοποιεί όλους πλήρως. Ο απλοϊκός και απαίδευτος άνθρωπος που θα πιστέψει με ειλικρίνεια, αναπληρώνει με τον τρόπο αυτόν την απαιδευσία του, ενώ ο σοφός που θα έρθει στον Χριστιανισμό χωρίς έπαρση και νομικιστικό πνεύμα, θα βρει σ’ αυτόν απύθμενο βάθος και άφθαρτο ύψος σοφίας.

Στον Χριστιανισμό υπάρχουν η αληθινή θεολογία και η γνήσια ψυχολογία. Μόνο ο χριστιανός μπορεί ν’ αποκτήσει την ορθή γνώση για τον άνθρωπο, για τα αγαθά και τα πονηρά πνεύματα, για τον αόρατο στα σωματικά μάτια κόσμο. Με τον φωτισμό που παρέχει ο Χριστιανισμός, ο άνθρωπος κατανοεί τη θέση του Θεού για την κοσμική σοφία: «Ό,τι ο κόσμος αυτός θεωρεί σοφία, είναι μωρία στα μάτια του Θεού… Ξέρει ο Κύριος πως οι σκέψεις των σοφών τίποτα δεν αξίζουν» (Α’ Κορ. 3, 19-20). Αυτές οι σκέψεις, που αναφέρονται μόνο στα πρόσκαιρα και μάταια, οδηγούν στην κενοδοξία και την υπερηφάνεια, στην αυταπάτη και την πλάνη, στην απορρόφηση από τις εγκόσμιες μέριμνες, στην αμαρτωλή ζωή, στη λήθη και την άρνηση του Θεού και της αιωνιότητας. Όταν ο νους του ανθρώπου που δεν έχει καταυγαστεί από το φως του Χριστού, αποτολμά ν’ ασχοληθεί με την εξέταση πνευματικών θεμάτων, τότε πλανιέται σαν σε απέραντη και σκοτεινή έρημο. Έτσι, αποκομίζει, αντί για αληθινές γνώσεις, τις οποίες δεν έχει καμιά δυνατότητα ν’ αποκτήσει, ιδεολογήματα και φαντασιοκοπήματα. Αυτά τα ντύνει μ’ έναν πολύπλοκο και δυσνόητο λόγο, με τον οποίο ξεγελά και τον εαυτό του και τους άλλους, αναγνωρίζοντας σοφία εκεί όπου, ούτε λίγο ούτε πολύ, πρέπει ν’ αναγνωρίσει κανείς παράνοια.

Περίεργη είναι η τυφλότητα και ακατανόητη η σκληρότητα των συγχρόνων του Χριστού, οι οποίοι, μολονότι άκουγαν την πανάγια διδασκαλία Του και έβλεπαν τα εκπληκτικά θαύματά Του, δεν πίστευαν σ’ Αυτόν. Επτά αιώνες πριν, ανεβασμένος, θαρρείς, στην κορυφή ενός μακρινού βουνού και κατάπληκτος από τη θέα της ανθρώπινης αναισθησίας, ο προφήτης Ησαΐας κραύγαζε στο πολυάριθμο πλήθος των ζωντανών νεκρών: «Θ’ ακούσετε με τ’ αυτιά, μα δεν θα καταλάβετε· θα δείτε με τα μάτια, μα δεν θ’ αντιληφθείτε» (Ησ.6, 9).

Το ίδιο περίεργη είναι και η σημερινή απιστία πολλών ανθρώπων στον Χριστιανισμό, που λάμπει με τις ακτίνες της ολοκάθαρης αλήθειας του. Αλλά η Γραφή αιτιολογεί την απιστία τους: «Γιατί έγινε αναίσθητη η καρδιά αυτού του λαού» (Ησ. 6, 10), έγινε σκληρή από τη σαρκική ζωή, έγινε τυφλή και κουφή, έγινε νεκρή για καθετί το πνευματικό, το αιώνιο, το θείο.

Η ορθή σπουδή του Χριστιανισμού δείχνει με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα την αλήθεια του. Η ορθή σπουδή του Χριστιανισμού εδραιώνει στην ψυχή την πεποίθηση για την ύπαρξη όλων των αοράτων που κηρύσσονται απ’ αυτόν, πεποίθηση πολύ ισχυρότερη από τη γνώση της υπάρξεως των ορατών, που παρέχεται από τις αισθήσεις. Η αξιοπιστία και η δύναμη αυτής της πεποιθήσεως αποδεικνύονται από το ότι εκατομμύρια άνθρωποι άφησαν τα ορατά για ν’ αποκτήσουν τα αόρατα, περιφρονώντας τα βασανιστήρια, με τα οποία η άλογη κακότητα προσπαθούσε να τους κερδίσει, και επισφραγίζοντας την πίστη τους με το αίμα του μαρτυρίου.

Ακόμα και μια επιφανειακή ματιά στην εμφάνιση, τη στερέωση και την εξάπλωση του Χριστιανισμού μας προκαλεί έκπληξη, αλλά και μας πείθει ότι αυτός δεν προέρχεται από ανθρώπους· προέρχεται από τον Θεό. Ο Κύριος, προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση, ευδόκησε να φανερωθεί στη γη όχι ένδοξος, λαμπρός και μεγαλειώδης, αλλά άδοξος, ασήμαντος και ταπεινός. Ως άνθρωπος προερχόταν από βασιλική γενιά (βλ. Ματθ. 1, 1-17. Αποκ. 22, 16). Αλλά η γενιά αυτή είχε από καιρό ξεπέσει. Χάνοντας τον βασιλικό θρόνο και την ηγεμονική αξία, είχε μετοικήσει από τα μεγαλόπρεπα ανάκτορα σε φτωχικές καλύβες και είχε εξομοιωθεί με τους απλούς ανθρώπους του λαού, που κέρδιζαν το ψωμί τους με τον κόπο των χεριών τους. Μην έχοντας πάρει τίποτε από την ανθρώπινη δόξα και δύναμη, ο Θεάνθρωπος δεν πήρε τίποτε και από την ανθρώπινη σοφία. Δεν είχε σπουδάσει (Βλ. Ιω. 7, 15). Όταν άρχισε να κηρύσσει, σε ηλικία τριάντα χρονών, διάλεξε δώδεκα μαθητές από την τάξη στην οποία ανήκε και ο Ίδιος (Βλ. Μαρκ. 3, 13-19). Οι μαθητές, με τα κριτήρια της πεσμένης φύσεως, ήταν επίσης «αγράμματοι και απλοϊκοί» (Πράξ. 4, 13). Τέτοια, λοιπόν, ήταν τα πρόσωπα που θα γίνονταν οι θεμελιωτές του Χριστιανισμού.

Τι παραγγέλλει και τι προαναγγέλλει αυτός ο άσημος Διδάσκαλος σ’ αυτούς τους άσημους μαθητές Του; Τους παραγγέλνει να Τον αναγνωρίσουν ως τον ενανθρωπήσαντα Θεό, να το κηρύξουν αυτό σ’ όλον τον κόσμο και να οδηγήσουν όλη την ανθρωπότητα στην υπηρεσία και την προσκύνησή Του, καταλύοντας τις άλλες θρησκείες. Τους παραγγέλλει ν’ απαρνηθούν τις επίγειες απολαύσεις, ν’ απαρνηθούν τον ίδιο τους τον εαυτό για την πίστη σ’ Αυτόν και την ένωση μ’ Αυτόν. Προαναγγέλλει ότι ο Ίδιος θα καταδικαστεί στον ατιμωτικό σταυρικό θάνατο των κακούργων και τότε θα τους ελκύσει όλους κοντά Του. Τους προειδοποιεί ότι θα μισηθούν, θα καταδιωχθούν, θα θανατωθούν, αλλά και ότι με τη διδαχή τους θα σαγηνεύσουν την ανθρωπότητα. Σταλμένοι «σαν πρόβατα ανάμεσα στους λύκους» (Ματθ. 10, 16), αυτοί, τα πρόβατα, θα καταβάλουν τους λύκους, τους ισχυρούς και τους σοφούς της γης.

Σύμφωνα με τη λογική του κόσμου, ο Χριστιανισμός δεν μπορούσε να επιβιώσει. Η πρόθεση του Θεμελιωτή του ήταν ένα ουτοπικό όνειρο της φαντασίας και της φιλοδοξίας Του. Τα μέσα για την πραγματοποίησή του ήταν ασήμαντα, παράδοξα, αστεία. Το όλο εγχείρημα φαινόταν εξαρχής παράλογο, επιπόλαιο, καταδικασμένο σε αποτυχία. Τρία μόνο χρόνια δίδαξε ο Διδάσκαλος τους μαθητές Του. Δεν φρόντισε ούτε λίγα γράμματα να τους μάθει, ώστε να διαβάζουν τουλάχιστον τη Γραφή, ούτε τη συντήρησή τους να εξασφαλίσει. Απεναντίας, μάλιστα, τους έδωσε την εντολή της ακτημοσύνης (Βλ. Ματθ. 10, 9-10) και τους υποσχέθηκε πως η θεία πρόνοια θα τους έδινε όλα όσα χρειάζονταν για την πρόσκαιρη επίγεια ζωή (Βλ. Ματθ. 6, 25-34).

Ανεξήγητη, λοιπόν, από την ανθρώπινη λογική είναι η ίδια η ίδρυση του Χριστιανισμού. Εξίσου ανεξήγητα, όμως, είναι και τα γεγονότα που ακολούθησαν την ίδρυσή του τόσο στα Ιεροσόλυμα όσο, στη συνέχεια, και σ’ ολόκληρη την οικουμένη.

Ο Θεάνθρωπος καρφώθηκε στον Σταυρό. Η καταδίκη σε σταυρικό θάνατο ήταν εκείνη την εποχή ό,τι είναι σήμερα η καταδίκη σε απαγχονισμό. Στο ικρίωμα ανεβάζουν τους ποινικούς εγκληματίες που θέλουν να τους ατιμάσουν ακόμα και με τον τρόπο της εκτελέσεώς τους. Καρφωμένος, λοιπόν, στον Σταυρό, γυμνός και εξευτελισμένος, ο Θεάνθρωπος άρχισε ήδη να κατακτά την ανθρωπότητα, όπως το είχε προαναγγείλει: «Όταν εγώ θα υψωθώ από τη γη, όλους τους ανθρώπους θα τους τραβήξω κοντά μου» (Ιω. 12, 32). Στον Σταυρό ήταν ακόμα, και ο σταυρωμένος σαν κι Αυτόν ληστής Τον ομολόγησε Κύριο (Βλ. Λουκ. 23, 42). Στον Σταυρό ήταν ακόμα, και ο Ρωμαίος εκατόνταρχος, που Τον φρουρούσε, Τον ομολόγησε Υιό του Θεού (Βλ. Μάρκ. 15, 39).

Δέκα μέρες μετά την ανάληψη του Κυρίου στον ουρανό, ήρθε το Άγιο Πνεύμα στους αποστόλους και τους φώτισε (Βλ. Πράξ. 2, 1 κ.ε.), δίνοντάς τους σοφία και ικανότητες θαυμαστές: Εκείνοι που δεν μιλούσαν σωστά ούτε στη δική τους γλώσσα, όντας αγράμματοι, άρχισαν τώρα να μιλούν άπταιστα σε διάφορες γλώσσες, άρχισαν να ερμηνεύουν ορθά τις Γραφές που ποτέ δεν τις είχαν διαβάσει, άρχισαν να επιτελούν εξαίσια θαύματα. Τα μέλη του Μεγάλου Συνεδρίου, που το αποτελούσαν ιερείς, γραμματείς, πρεσβύτεροι και άλλοι επιφανείς Ιουδαίοι, άνθρωποι μορφωμένοι και σεβαστοί, επειδή θορυβήθηκαν απ’ όλα αυτά, κάλεσαν τους απλοϊκούς, όπως τους θεωρούσαν, αποστόλους και τους ανέκριναν, για να πάρουν απαντήσεις αποστομωτικές και ν’ ακούσουν κήρυγμα πρωτάκουστο. Μη βρίσκοντας λόγια ν’ αντιπαραθέσουν στην αλήθεια, κατέφυγαν σε απειλές (Βλ. Πράξ. 4, 17, 21) και ξυλοδαρμούς (Βλ. Πράξ. 5, 40), σε φυλακίσεις (Βλ. Πράξ. 12, 1-3) και λιθοβολισμούς (Βλ. Πράξ. 7, 54-60), δείχνοντας έτσι την αδυναμία τους και τη δύναμη των αντιπάλων τους.

Μετά το Συνέδριο και ο βασιλιάς Ηρώδης άρχισε να κατατρέχει τους αποστόλους, αποκεφαλίζοντας μάλιστα έναν απ’ αυτούς (Βλ. Πράξ. 12, 1-3). Ο διωγμός που ξέσπασε στα Ιεροσόλυμα, ανάγκασε πολλούς μαθητές του Χριστού να φύγουν (Βλ. Πράξ. 11, 19). Διασκορπίστηκαν στην οικουμένη κι έριξαν παντού τους σπόρους του Χριστιανισμού, τους οποίους πότισαν με το ίδιο τους το αίμα.

Μέσα σε είκοσι χρόνια ο Χριστιανισμός είχε αγκαλιάσει όλον τον γνωστό τότε κόσμο. Μέσα σε πενήντα χρόνια οι χριστιανοί είχαν αυξηθεί τόσο, που, στον καιρό του αυτοκράτορα Τραϊανού (98-117), βρέθηκε στην Ανατολή ένα στρατιωτικό σώμα του οποίου και οι έντεκα χιλιάδες άνδρες ήταν χριστιανοί. Ο αυτοκράτορας πρόσταξε πρώτα να εξοριστούν στην Αρμενία και μετά να θανατωθούν. Δέκα χιλιάδες σταυρώθηκαν σ’ έναν ερημικό τόπο, κοντά στο βουνό Αραράτ. Οι υπόλοιποι χίλιοι εκτελέστηκαν με διάφορους άλλους τρόπους. Ο Ρωμύλος, χριστιανός αξιωματούχος του παλατιού, που διαμαρτυρήθηκε για την απάνθρωπη αλλά και άκριτη αυτή εξολόθρευση ολόκληρου στρατεύματος, αφού, με εντολή του Τραϊανού, ξυλοκοπήθηκε άγρια, αποκεφαλίστηκε.

Τον Τραϊανό μιμήθηκαν κι άλλοι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, κυρίαρχοι τότε της οικουμένης, οι οποίοι έτρεφαν άσβεστο μίσος εναντίον των χριστιανών. Ούτε οι Κέλτες και οι Μαρκομάνοι, ούτε ο Αττίλας και ο Γκιζέριχος εξόντωσαν τόσα πλήθη στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία όσα οι διώκτες των χριστιανών αυτοκράτορες.

Τρεις αιώνες κράτησε ο αιματηρός αγώνας ανάμεσα στους λύκους και τα πρόβατα. Οι λύκοι χρησιμοποιούσαν το σπαθί, τη φωτιά, τα θηρία, τις σκοτεινές φυλακές, όλα τα μέσα βασανιστηρίων και φόνων. Τα πρόβατα αγωνίζονταν με τη δύναμη της πίστεως, τη δύναμη του Πνεύματος, τη δύναμη του Θεού, υπομένοντας ως το τέλος τις πιο φρικτές κακοποιήσεις και πεθαίνοντας γενναία για τον Κύριο. Με νίκη τους έληξε αυτός ο παράδοξος πόλεμος των τριών αιώνων.

Στην αρχή του τέταρτου αιώνα η χριστιανική πίστη είχε κυριαρχήσει στον κόσμο. Μπροστά στη διδαχή των αγράμματων ψαράδων υποκλίθηκαν τόσο οι ισχυροί όσο και οι σοφοί της γης, όπως και όλοι οι λαοί της. Ο σταυρός, όργανο ως τότε ατιμωτικής τιμωρίας και φρικτού θανάτου, έγινε σημείο μέγιστης τιμής: Στολίζει τα κεφάλια και τα στήθη βασιλέων και αρχιερέων, υψώνεται στους ναούς του αληθινού Θεού, αποτελεί το σημάδι κάθε αληθινού χριστιανού, το σημάδι της πίστεως, της ελπίδας, της αγάπης τουΠοιος δεν βλέπει το θείο θέλημα, τη θεία δύναμη και τη θεία ενέργεια, που υπερβαίνουν την ανθρώπινη λογική και τις ανθρώπινες δυνατότητες, πίσω από την εμφάνιση και την εξάπλωση του Χριστιανισμού; Πραγματοποιήθηκε κάτι το υπερφυσικό, πραγματοποιήθηκε ένα έργο θεϊκό.

Αυτά τα συμπεράσματα βγάζουμε με μια γρήγορη ματιά στην ιστορία του Χριστιανισμού. Η λεπτομερής σπουδή του διαμορφώνει μέσα μας πιο σαφή πεποίθηση για τη θεϊκή του προέλευση. Αυτή η πεποίθηση, πάντως, ολοκληρώνεται και εδραιώνεται στην ψυχή μας, όταν ζούμε σύμφωνα με τις ευαγγελικές εντολές, καθώς βεβαιώνει και ο προφήτης: «Από τις εντολές Σου κατάλαβα…» (Ψαλμ. 118, 104). Η πεποίθηση που γεννιέται και ενεργεί άμεσα στην ψυχή από την τήρηση των εντολών, είναι ισχυρότερη από κάθε εξωτερικό πειστήριο. Οι ευαγγελικές εντολές ειρηνεύουν, ζωογονούν, ενισχύουν την ψυχή. Όποιος αισθάνθηκε την ενέργειά τους, απέκτησε ζωντανή πίστη στον Κύριο Ιησού Χριστό, πίστη που εκδηλώνεται μπροστά Του με την ξεκάθαρη και αποφασιστική ομολογία: «Εσύ κατέχεις τα λόγια που οδηγούν στην αιώνια ζωή. Κι εμείς έχουμε πιστέψει κι έχουμε καταλάβει πως Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του αληθινού Θεού» (Ιω. 6, 68-69).

«Φέρε το δάχτυλό σου εδώ», λέει ο Σωτήρας στον μαθητή με την ασταθή πίστη, στον μαθητή που στεκόταν άφωνος από την αμηχανία μπροστά στο μεγαλείο των έργων του Θεού. «Φέρε το δάχτυλό σου εδώ… Φέρε και το χέρι σου… Μην αμφιβάλλεις- πίστεψε!» (Ιω. 20, 27). «Ψηλαφήστε με και δείτε» (Λουκ. 24, 39). Ψηλαφήστε με, εφαρμόζοντας τις εντολές μου. Ψηλαφήστε με, ζώντας σύμφωνα με το θέλημά μου. Ψηλαφήστε με έτσι, και θα δείτε εμένα, τον Αόρατο· θα με δείτε με την πνευματική σας αίσθηση. Όποιος με ψηλαφήσει μ’ αυτόν τον τρόπο, θα βεβαιωθεί για τη θεότητά μου και γεμάτος ενθουσιασμό θα αναφωνήσει μαζί με τον αγαπημένο μου απόστολο: «Είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου!» (Ιω. 20, 28). Αμήν.

(Πηγή: “Ασκητικές ομιλίες Α’” Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας, Εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής)

Ποιμαντορικὴ Ἐπιστολή τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Βελγίου κ. Ἀθηναγόρου, Ἐξάρχου Κάτω Χωρῶν καὶ Λουξεμβούργου ἀναφορικὰ μὲ τὴν κρίση λόγῳ κορωνοϊοῦ

Θεοφιλέστατε,
Ἀγαπητοὶ πατέρες,
Γερόντισσα καὶ μονάζουσες,
Ἀγαπητοί μου,
Χριστὸς Ἀνέστη!

Ἔμπλεος τῆς πασχαλίου χαρᾶς ἀπευθύνομαι πρὸς ὅλους ἐσᾶς, εὐχόμενος προσωπικῶς, στὶς πρεσβυτέρες σας, στὶς συζύγους σας, στὶς οἰκογένείες σας τὸν πασχάλιο χαιρετισμό, Χριστὸς Ἀνέστη καὶ Χρόνια Πολλά.

Περάσαμε ἤδη τὴν περίοδο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Εἴμαστε μάρτυρες τῶν θαυμασίων τῆς μεγάλης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν κόσμο καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἐδημιούργησε· τοῦ θαύματος τῆς λαμπροφόρου Ἀναστάσεως ἐκ τῶν νεκρῶν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ αὐτὲς τὶς ἡμέρες συμμετέχουμε ὅλοι στὸ ἐξαιρετικὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος μας καὶ ἀκοῦμε τὴν ἀπάντηση ποὺ μαρτυρεῖ τὴν ἐξαιρετικὴ κοινή μας πίστη στὸν θρίαμβο τῆς αἰώνιας ζωῆς ἀπὸ τὸν ζωοδόχο τάφο.

Πῶς ὅμως νὰ ξεχάσουμε σήμερα ὅτι γιορτάσαμε τὸ Πάσχα τοῦ Κυρίου κάτω ἀπὸ στενόχωρες συνθῆκες; Ἡ ἐπιδημία τοῦ κορωνοϊοῦ συνεχίζεται, μᾶς στέρησε τὴν δυνατότητα νὰ μεταβοῦμε στὴν ἐκκλησία αὐτὲς τὶς πολὺ σημαντικὲς καὶ ἅγιες ἡμέρες γιὰ κάθε ὀρθόδοξο χριστιανό, ἀκόμη καὶ τὴν ἡμέρα τῆς λαμπροφόρου Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κύριος θὰ ἀκούσῃ τὶς προσευχὲς τῆς Ἐκκλησίας Του καὶ θὰ ἐπιτρέψῃ μὲ τὴν Χάρη Του νὰ συγκεντρωθοῦμε καὶ πάλι κάτω ἀπὸ τοὺς θόλους τῶν ἱερῶν ναῶν μας.

Συγκινήθηκα ὅταν εἶδα ὅτι εὐσεβεῖς χριστιανοί μας κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος καὶ τὴν νύκτα τοῦ Πάσχα τοποθέτησαν λουλούδια μπροστὰ στὶς πόρτες τοῦ Μητροπολιτικοῦ μας Ναοῦ.

Ἐπιτρέψτε μου νὰ ἐπιστρέψω σὲ κάποιες πρακτικὲς σκέψεις, μετὰ τὴν τελευταία ἀπόφαση τοῦ Συμβουλίου Ἐθνικῆς Ἀσφαλείας τοῦ Βελγίου τῆς 15ης Ἀπριλίου, ποὺ παρατείνει μέχρι τὴν 3η Μαΐου 2020 ὅλα τὰ ἔκτακτα μέτρα ποὺ ἔλαβαν οὶ πολιτικὲς ἀρχὲς σχετικὰ μὲ τὶς θρησκευτικὲς τελετὲς ἤ δραστηριότητες. Μόλις τροποποιηθοῦν τὰ ἔκτακτα μέτρα ἀπὸ τὸ προσεχὲς Συμβούλιο Ἐθνικῆς Ἀσφαλείας θὰ ἐπανεξετάσουμε μαζὶ μὲ τὶς πολιτικὲς ἀρχές, πῶς μποροῦμε νὰ τροποποιήσουμε αὐτὰ τὰ μέτρα, σὲ ποιοὺς χώρους καὶ μὲ ποιὲς συνθῆκες. Μία νέα ἀνακοίνωση θὰ ἀκολουθήσῃ τὸ συντομώτερο δυνατόν.

Ὑπενθυμίζω ὅτι τὸ Ὑπουργικὸ Διάταγμα τοῦ Βελγίου τῆς 3ης Ἀπριλίου 2020 καθώρισε ὡρισμένα ἄρθρα στὸ Διάταγμα τῆς 23ης Μαρτίου 2020. Σύμφωνα μ᾽ αὐτο ἐπιτρέπονται:
– Οἱ κηδεῖες μὲ τὴν παρουσία μόνο 15 ἀτόμων τὸ ἀνώτερο, μὲ ἐφαρμογὴ τῆς ἀποστασιοποίησης 1,5 μέτρου μεταξύ τους.
– Οἱ θρησκευτικοὶ γάμοι, μὲ τὴν παρουσία μόνο τῶν νεονύμφων, τῶν μαρτύρων τους καὶ τοῦ ἱερέως.

Θείες Λειτουργίες θὰ τελοῦνται τὶς Κυριακὲς μόνο στὸν Ἱερὸ Μητροπολιτικὸ Ναὸ Βρυξελλῶν καὶ τοὺς Καθεδρικοὺς Ναοὺς τοῦ Ρόττερνταμ καὶ τοῦ Λουξεμβούργου. Οἱ ἄλλοι ἐνοριακοὶ ναοὶ θὰ παραμείνουν κλειστοί!

Σᾶς προτρέπω νὰ σεβαστῆτε τὶς ἐπιβληθεῖσες ἀποφάσεις. Ταυτόχρονα, παρακαλῶ ὅλους τοὺς κληρικούς μας νὰ ἐπικοινωνῆτε μὲ τοὺς ἐνορίτες σας μέσω ἀκίνδυνων διαύλων ἐπικοινωνίας, εἰδικὰ δὲ μὲ τοὺς ἀσθενεῖς, τοὺς εὐάλωτους καὶ τοὺς ἀπομονωμένους.

Εἶθε ὁ Ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν Σωτῆρας μας νὰ δίδῃ ὑγεία σὲ ὅλους μας. Ἡ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως ποὺ ζοῦμε νὰ φωτίζῃ τὶς καρδιές μας στὶς δύσκολες συνθῆκες ποὺ ζοῦμε.

Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη! Ὁ Κύριος νὰ σᾶς εὐλογεῖ !

Ἐν Βρυξέλλαις, ἐν τῇ Ἱερᾷ Μητροπόλει, τῇ 21ῃ Ἀπριλίου 2020

† ὁ Βελγίου Ἀθηναγόρας
Ἔξαρχος Κάτω Χωρῶν καὶ Λουξεμβούργου