Η Υπαπαντή, η γιορτή της Μητέρας της Ορθοδοξίας μας

Γνωρίζατε ότι η ημέρα εορτασμού της Υπαπαντής είναι συνυφασμένη με την γιορτή της μητέρας; Ας ακούσουμε ένα μικρό αφιέρωμα για χάρη της. Τη μουσική έγραψε ο π. Βασίλειος Βασιλείου (περίπου το 1980) και την εκτέλεση ο Νεκτάριος Βασιλείου (2007) ο οποίος και τραγουδάει μαζί με την Κατερίνα Τσαντήλα.

 

 

Τα περί παιδείας διδάγματα των Τριών Ιεραρχών και η σημερινή εκπαιδευτική πραγματικότητα

Οι τρεις Ιεράρχες, διαθέτοντας οι ίδιοι ευρύτατη παιδεία, ήταν φυσικό, περισσότερο από όλους τους άλλους Πατέρες της Εκκλησίας, να συλλάβουν τη σημασία της Παιδείας για τον άνθρωπο και μάλιστα για τον «νέο άνθρωπο» της εποχής τους, τον χριστιανό άνθρωπο. Κι επειδή γι’ αυτούς Παιδεία δεν σημαίνει … κατάκτηση γνώσεων αλλά καλλιέργεια της ανθρώπινης ψυχής, ως κύριος σκοπός της Παιδείας προσδιορίζεται η αγωγή των νέων παιδιών: «Τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστημών φαίνεται μοι, άνθρωπον άγειν, το πολυτροπώτατον ζώον και ποικιλώτατον», θα πει ο Γρηγόριος (Ε.Π.Μ.35,325).

Βεβαίως το «άνθρωπον άγειν», η ανθρωπαγωγή, ας νεολογίσουμε, δεν μπορεί στη σύλληψη των Πατέρων της Εκκλησίας παρά να είναι χριστοκεντρική. Σκοπός της αγωγής είναι: «ομοιωθήναι Θεώ κατά το δυνατόν ανθρώπου φύσει. Ομοίωσις δε ουκ άνευ γνώσεως, η δε γνώσις ουκ εκτός των διδαγμάτων», διδάσκει ο Μέγας Βασίλειος (Ε.Π.Μ. 32,69Β).

Για τους Τρείς Μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, ουσία της παιδείας είναι η αγωγή και δεν νοείται αγωγή χωρίς «πνευματικά μαθήματα» και «επιμέλεια ψυχής»: «Ότι των οικείων αμελούμεν παίδων, και των μεν κτημάτων αυτών επιμελούμεθα, της δε ψυχής αυτών καταφρονούμεν, εσχάτης ανοίας πράγμα» (Ε.Π.Μ. 51,327), προειδοποιεί ο Χρυσόστομος.

Αν κάτι χαρακτηρίζει την παιδεία μας σε ευρωπαϊκό ίσως επίπεδο είναι ότι εξακολουθεί και σήμερα να μας διαφεύγει η ουσία, που ήταν και είναι η αγωγή ψυχών.

Με άλλα λόγια, «περί άλλων τυρβαζόμεθα», ενώ «χρεία εστί ενός», να αναπτύξουμε την άγια πλευρά του του ανθρώπου, την καλλιέργεια της ψυχής και του νου του και να τον οδηγήσουμε σε μια πνευματική ανάταση και εγρήγορση, ώστε να βλέπει και να ενεργεί σωστά, διακρίνοντας το καίριο από το ασήμαντο, το μόνιμο από το πρόσκαιρο, την ουσία από τα «συμβεβηκότα» της ουσίας, για να θυμηθούμε τον ημέτερο Αριστοτέλη.

Η επιμονή των Ιερών Πατέρων στην αγωγή της ψυχής, και μάλιστα κατά Χριστόν, δεν σημαίνει ότι υποτιμούν τη σημασία των γνώσεων ή την σπουδαιότητα των γραμμάτων. Σημαίνει διαφορετική ιεράρχηση των αναγκών του ανθρώπου: πρώτα το πνεύμα και μετά το σώμα, πρώτα η αγωγή και μετά η γνώση. Ο Ιερός Χρυσόστομος προλαμβάνει ενδεχόμενες παρεξηγήσεις: « Και μη με τις νομιζέτω νομοθετείν αμαθείς τους παίδας γίνεσθαι…Ου κωλύων παιδεύειν ταύτα λέγω, αλλά κωλύων εκείνοις μόνοις προσέχειν». (Ε.Π.Ε. 28, 518-20).

Η παιδεία για τους σεπτούς Ιεράρχες είναι πολύ μεγάλη υπόθεση. Σε μια στιγμή εξάρσεως, ο Χρυσόστομος φθάνει να πει τη γνωστή ρήση: «Ἡ παιδεία μετάληψις ἁγιότητός εστι» (Ε.Π.Ε. 25, 282). Να τι ύψος αλλά και τι νόημα δίνουν στην Παιδεία οι «μυσταγωγοί της Παιδείας, οι Μεγάλοι Ιεράρχες.

Επειδή, όπως είναι φυσικό, τα περί παιδείας διδάγματα των Τριών Πατέρων της Εκκλησίας θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο διδασκαλίας ετών, θα θίξω δύο μόνον ακόμη διδάγματα των Πατέρων: την έμφαση που δίνουν στον δάσκαλο και στους γονείς, παράγοντες οι οποίοι όλο και περισσότερο στις μέρες μας συνυπολογίζονται στους βασικούς πόλους της Παιδείας.

Η βασική αρχή για τον δάσκαλο είναι, κατά τους Μεγάλους Ιεράρχες, το παράδειγμα: «Τον δε παιδεύοντα, ου διά ρημάτων μόνον, αλλά διά πραγμάτων παιδεύειν χρή», λέει ο Ιερός Χρυσόστομος (Ε.Π.Ε.14,554). Η «πολιτεία» του δασκάλου, η ζωή και οι πράξεις του, το παράδειγμά του, όχι η απλή διδασκαλία του είναι αυτή που οδηγεί στην παιδεία, γιατί τα λόγια … φαίνεται πως περίσσευαν από τότε…

Ο Θεολόγος και ποιητής Γρηγόριος θα πει τη μνημειώδη επιγραμματική φράση: «Μισώ διδάγμαθ’ οις ενάντιος βίος».

Σ’ αυτό που ιδιαίτερα επιμένουν και οι τρείς Μεγάλοι Πατέρες στις κατευθύνσεις που δίνουν προς τους γονείς είναι η ευθύνη των γονέων να αναθρέψουν τα παιδιά τους με χριστιανικές αρχές και αξίες: με «φόβον Θεού», με καλλιέργεια των αρετών της ψυχής και του πνεύματος και με παιδεία τέτοια, που ο νέος να αντιληφθεί ότι σκοπός της ζωής δεν είναι να πασχίζει για την απόκτηση χρημάτων ή διαφόρων καταναλωτικών αγαθών και μάταιης εξουσίας, αλλά για ό,τι συνιστά την ουσία της ζωής και για τις αξίες που πρέπει να εμπνέουν τη ζωή του Χριστιανού (σύνεση, ταπεινοφροσύνη, εγκράτεια, δικαιοσύνη, αυτογνωσία).

Πόσο επίκαιρος είναι και σήμερα ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όταν σχολιάζει ποια πρότυπα προβάλλουν συνήθως οι γονείς στα παιδιά τους προς μίμηση και πόσο έξω από την χριστιανική πραγματικότητα βρίσκονταν και βρίσκονται και σήμερα πολλοί γονείς: « Και τίποτε άλλο δεν είναι δυνατόν να ακούσει κανείς όταν οι πατέρες μιλούν προς τα παιδιά τους και τα παρακαλούν να σπουδάσουν ρητορική, παρά αυτά εδώ τα λόγια· ο τάδε, λέγει, ενώ είναι κατώτερος και κατάγεται από κατώτερους γονείς, αφού απέκτησε την εκ των ρητορικών σπουδών ικανότητα, ανήλθε στα ύψιστα αξιώματα, απέκτησε πολύν πλούτον, νυμφεύθηκε πλούσια γυναίκα, έκτισε πολυτελές σπίτι, είναι φοβερός σε όλους και φιλόδοξος. Άλλος πάλι λέει, ο τάδε που έμαθε την ιταλική γλώσσα, είναι ένδοξος στα ανάκτορα και κυβερνά όλα τα εσωτερικά θέματα. Και άλλος πάλι δείχνει άλλον, όλοι όμως τους επιτυχημένους στη γη. Κανένας δε ούτε μια φορά δε θυμάται τα ουράνια πράγματα» (Ε.Π.Ε 28, 474).

Αν συγκρίνει κανείς την παιδεία που προτείνουν οι σοφοί Ιεράρχες με τη σημερινή εκπαιδευτική πραγματικότητα, τουλάχιστον στην Ελλάδα, όπου η διδασκαλία των χριστιανικών αξιών και των αρχών του Ευαγγελίου από τη μια μεριά έχουν συμπιεσθεί σ’ ένα συχνά αποστεωμένο και σχολαστικό-πληροφοριακό μάθημα Θρησκευτικών, στριμωγμένο κάπου στο σχολικό πρόγραμμα και υπό συνεχή συρρίκνωση, κι από την άλλη μεριά, αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι οργιάζει σε όλα τα τηλεοπτικά προγράμματα ό,τι άμεσα και δραστικότατα καταργεί μέσα σε λίγα λεπτά αυτά που ο δάσκαλος στο σχολείο και ο παπάς στην Εκκλησία αγωνίζονται να χτίσουν στην ψυχή των παιδιών, αν συνειδητοποιήσει κανείς τη λειτουργία και τις επιπτώσεις αυτής της αποδομητικής και σχιζοφρενικής (για την ψυχή και την προσωπικότητα των νέων παιδιών) διαδικασίας, τότε θα καταλάβει αν η Παιδεία στις μέρες μας μπορεί να επιτελέσει τον ανθρωποπλαστικό και δημιουργικό ρόλο που οραματίστηκαν οι φωτισμένοι Ιεράρχες. Στην ερώτηση πως θεραπεύεται αυτή η κατάσταση, η απάντηση είναι, νομίζω, μία: ο τρώσας και ιάσεται…

Πηγή: Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, «Χριστιανική και Ελληνική Πνευματικότητα», Εκδ. Ακρίτας

Τα ξύλα του παπά (Μία συγκλονιστική πραγματική διήγηση με κρυπτοχριστιανούς)

nektarios_2

Πέμπτη τοῦ Πάσχα κι ὁ πάπα – Λευτέρης πρωΐ-πρωΐ φόρτωνε τό ζῷο του κι ἑτοιμαζόταν νά κατεβεῖ στήν Τραπεζούντα. Τήν ἴδια ὥρα ἀκούστηκαν οἱ πρῶτοι χτύποι τῆς καμπάνας. Ὁ συνεφημέριός του ὁ πάπα – Γαβριήλ φαίνεται πῶς εἶχε ἀϋπνίες. Χθές ἦταν ἡ σειρά του νά λειτουργήσει. Μετά πῆρε τά βουνά καί τά λαγκάδια νά μαζέψει ξύλα. Καί σήμερα νάτον ξημερώματα, ἕτοιμος νά κάνει τόν πραματευτή. Κανονικά ὄφειλε νά πάει στήν ἐκκλησιά. Τέτοια μέρα, ἀκόμη Πασχαλιά, ποῦ ξανακούστηκε νά λείπει ἀπ’ τή Λειτουργία! Ἄς ὄψονται, ὅμως, τά τόσα στόματα ποῦ περιμένουν στό σπίτι. Κάποιος ἔπρεπε νά νοιαστεῖ γιά τό καθημερινό τους…Ὀκτώ του ἔδωσε ὁ Θεός κι ἄλλα τρία ὁ Ἀναστάσης ὁ κουμπάρος του: Τή γυναῖκα του, τήν πεθερά του, τήν «κυρά – ντουλάπα», καί τόν κουνιάδο του, ποῦ δέν φτουρᾶ σέ δουλειά…
Ἔκανε τό σταυρό του καί ξεκίνησε…
Εἶχε μπροστά του πολύ δρόμο. Ὑπολόγιζε πρίν τό μεσημέρι νά φτάσει στήν πόλη κι ἄν ὅλα πᾶν καλά, ἀργά τό βράδυ νά εἶναι πάλι πίσω. «Βαστᾶτε ποδαράκιά μου» ἀναστέναξε καθώς ἀναλογίστηκε τό δρόμο ποῦ ‘χε νά κάνει. Κατά πῶς τό εἶχε συνήθειο ἄρχισε τό ψάλσιμο, νά σπάει κι ἡ μονοτονία. Νά κάνει ὅμως καί τό κέφι του. Μέσα στήν ἐρημιά ποιός τόν ἀκούει; Μόνο ὁ Θεός. Ἀποφεύγει καί τά κοροϊδευτικά χαμόγελα τοῦ πάπα – Γαβριήλ ἤ τίς εἰρωνίες τοῦ Ἰορδάνη, τοῦ ψάλτη: «Ἐξαιρετικά τά λές παπά. Σάν μανάβης!» Τό ξέρει. Ἡ φωνή τοῦ ἀκούγεται ἄσχημα. Μά ὅτι λέει, τό ψέλνει μέ τήν καρδιά του κι αὐτό θέλει ὁ Θεός. Ὅπως τότε ποῦ ἦταν μικρός. Καί φλεγότανε ἀπ’ τό μεράκι τῶν ὕμνων…

Ἀκόμη κι ὁ δεσπότης τή μοναδική φορά ποῦ λειτούργησε μαζί του τοῦ εἶπε: «Σούς μπρέ. Δέν τό λέγεις καλά». Ἦταν ἕνα ὅριο ποῦ τοῦ ἔβαλε ὁ Θεός καί δέν μποροῦσε νά τό ξεπεράσει. Τί κι ἄν πάλαιψε; Τί κι ἄν προσευχήθηκε; Τί κι ἄν ἔκλαψε; Τό μόνο ποῦ κατόρθωσε εἶναι, ὅσα λέει, νά τά λέει μέσα ἀπ’ τήν καρδιά του. Κι αὐτό εἶναι ποῦ θέλει ὁ Θεός. Τήν καρδιά, ὄχι τό λαρύγγι! Ἡ παρηγοριά του γιά τή σιωπή ποῦ ἔχει ἐπιβάλλει στόν ἑαυτό του. Σιωπή γιά νά μήν ἐνοχλεῖ, ὅπως ἐνοχλοῦσε τότες ποῦ μικρός στεκόταν παράμερα στό ψαλτῆρι. Ὅπως ἐνοχλοῦσε ἀργότερα τούς φίλους του ποῦ προχώρησαν στήν ψαλτική κι ἄς πίστευε πῶς θά τόν θέλουν κοντά τους. Ὅπως ἐνοχλοῦσε τό φίλο του τόν Ἀποστόλη, ποῦ ἔγινε δεξιός ψάλτης στό διπλανό χωριό. Σταμάτησε, ἔτσι, νά ψέλνει μπροστά στόν κόσμο καί προτιμοῦσε τίς ἐρημιές. Μέ τά τροπάρια μετροῦσε τίς ἀποστάσεις. Ξεκίναγε μέ τόν ὄρθρο, ἔλεγε καί λίγα ἀπ’ τόν ἑσπερινό κι ἄν εἶχε κι ἄλλο δρόμο πρόσθετε καί μερικά σκόρπια τροπάρια. Αὐτό θά ἔκανε καί τώρα, μέρες τῆς Πασχαλιᾶς. «Μπρός, λοιπόν, παπά δῶσε του νά καταλάβει» μονολόγησε. Ἔκανε τό σταυρό του κι ἄρχισε: «Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν λαοί…».
Ἀφοῦ ἔψαλε ὅλον τόν κανόνα, προχώρησε καί στούς αἴνους κι ἐκεῖ κατά τό δοξαστικό ἔμπαινε πιά στά πρῶτα σπίτια τῆς Τραπεζούντας. Μέ τό ψάλσιμο κάπου εἶχε ἀφαιρεθεῖ. Ὅταν κατάλαβε πῶς ἦταν στόν τουρκομαχαλά σκέφτηκε νά γυρίσει πίσω. Στάθηκε λίγο νά προσανατολιστεῖ κι ὕστερα πῆρε ἕνα σοκάκι ἐκεῖ στ΄ ἀριστερά. Περίμενε νά τόν βγάλει ἔξω ἀπό τό Κάστρο, μ΄ αὐτό φιδογύριζε ἀνάμεσα στά τουρκόσπιτα. Σέ κάποια στροφή φάνηκε ἕνας καφενές κι ἀπόξω δύο τρεῖς τοῦρκοι ἀραχτοί, ἀπολάμβαναν τό ναργιλέ τους. Καθώς περνοῦσε μπροστά του ὁ ἕνας του φώναξε:
«Πόσο τά ξύλα παπά;»
«Πέντε γρόσια ἐφέντη μ’».
«Πολλά δέν εἶναι βρέ καραμπᾶς (μαυροκέφαλε;)»
«Ὄχι ἐφέντη μ’, ὄχι. Ἔρχουμαι ἀπό μακριά», ὁ πάπα – Λευτέρης ἤξερε ν’ ἀντιστέκεται στά παζάρια τῶν τούρκων. «Κι ὑστέρα τί παίρνεις μέ πέντε γρόσια;»
«Ἄντε νά σού δώσω τρία νά τά φέρεις καί στό σπίτι».
«Νά χαρεῖς τά νειάτα σου ἐφέντη μ’. Κάμε τά τουλάχιστο τέσσερα. Εἶμαι φτωχός κι ἔχω τόσα στόματα νά θρέψω».
«Καλά. Ἄς εἶναι. Θά σού δώσω τέσσερα». Σηκώθηκε ἀπ’ τό σκαμνί του, τεντώθηκε καί πλησίασε τόν παπά. Χαΐδεψε λίγο τό ζῷο καί μετά στράφηκε ἄγριος στό παπά.
«Δέν λυπᾶσαι τό ζῷο βρέ Γκιαούρ; Πῶς τό φόρτωσες τό καημένο; Κοντεύει νά ψοφήσει! Δέν φοβᾶσαι τό Θεό βρέ καραμπᾶς;»
«Ἀντέχει ἐφέντη μ’» τόλμησε ν’ ἀπαντήσει ὁ πάπα – Λευτέρης.
«Σούς μπρέ» ἔβαλε τίς φωνές ὁ τοῦρκος καί σήκωσε τό χέρι τοῦ ἀπειλητικά. «Πᾶμε σπίτι νά τό ταΐσεις λίγο καί νά τό ποτίσεις. Γκιαούρ. Διαβόλου γενιά!»
Γιόμισε ὁ μαχαλάς ἀπ’ τίς φωνές του. Ὁ παπάς, τόν ἀκολούθησε φοβισμένος. «Τρελός θάναι» σκέφτηκε κι ἀπό μέσα τοῦ ἔλεγε ὅσες εὐχές τοῦ ἐρχόντουσαν στό μυαλό. Μπροστά στήν αὐλόπορτα τοῦ σπιτιοῦ φώναξε ἕνα ὄνομα. Ὕστερα καί μέ μία κλωτσιά τήν ἄνοιξε διάπλατα.
«Μπές μέσα μπρέ γκιαούρ. Δέν φοβᾶσαι τό Θεό εἶσαι καί παπάς».
Μέ τόν ἴδιο τρόπο ἔκλεισε τήν πόρτα κι ἀμέσως δύο νεαροί ξεφόρτωσαν τό ζῷο. Ὁ τοῦρκος, μέ φωνές, τράβηξε σχεδόν τόν παπά Λευτέρη μέσα στό σπίτι, πού ἀπ’ τό φόβο τοῦ ἔχασε κάθε δύναμη ν’ ἀντισταθεῖ. Μόνο ἔτσι σάν ἀστραπή τοῦ πέρασε ἡ σκέψη: «Εἶδες τί ἔπαθες γιά νά μήν πᾶς στή Λειτουργία;»
Μέχρι τήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ χαλοῦσε τόν κόσμο μέ τίς φωνές του. Μόλις πέρασαν τό κατῶφλι τήν ἔκλεισε μέ τόση δύναμη λές κι ἤθελε νά τήν γκρεμίσει. Καί τότε ἔγινε ἡ μεταμόρφωση. Ὁ ἄγριος τοῦρκος, αὐτός ποῦ χωρίς αἰτία ἦταν ἕτοιμος νά κακοπαιδέψει τό φτωχό παπά, ἔπεσε στά γόνατα καί φίλησε τό χέρι του μέ σεβασμό. Ἡ φωνή τοῦ μόλις ἀκουγόταν.
«Σχώραμε παπούλη μου, σχώραμε» τοῦ εἶπε ἑλληνικά. «Δέν εἶχα κακό σκοπό. Γί΄ αὐτά τά σκυλιά φώναζα, ποῦ μᾶς ἔβλεπαν. Μήν καταλάβουν τίποτα καί χαθοῦμε. Χριστιανοί εἴμαστε κι ἐμεῖς κι ἄς φαινόμαστε τοῦρκοι».
Κατάλαβε. Εἶχε μπροστά του ἕναν ἀπ’ αὐτούς ποῦ οἱ ρωμιοί ὀνόμαζαν κλωστούς. Ἕναν ἀπ’ αὐτούς ποῦ ἀντιστάθηκαν τόσα χρόνια στήν ὑποδούλωση τῆς ψυχῆς. Στή φαντασία τοῦ ὁ ἠρωϊσμός κι ἡ πίστη τούς ἔπαιρναν μυθικές διαστάσεις. Πᾶνε μερικά χρόνια ποῦ ἄκουσε γί΄ αὐτούς. Τότε θυμᾶται θέλησε νά τούς συναντήσει, νά ἔρθει σ’ ἐπαφή μαζί τους. Τόν συγκράτησαν οἱ πιό φρόνιμοι. Θάρθει ἡ στιγμή τοῦ εἶπαν, καλύτερα νά μή βιάζεσαι. Πέρασαν τά χρόνια κι ἡ στιγμή δέν ἦρθε. Στήν ἀρχή μάθαινε πῶς κάποιος παπάς βρέθηκε στή δίνη τῆς ἱστορίας τους, μά κι αὐτό σταμάτησε μέ τά χρόνια. Ἔτσι, κάπου μέσα του, ἄρχισε νά μήν πολυπιστεύει στήν ὕπαρξή τους. Ἄρχισε νά ἀμφιβάλλει γιά πολλά, ἤ νά τά δέχεται σάν μία χαριτωμένη ὑπερβολή. Καί νά τώρα ποῦ εἶχε μπροστά του ἕνα δικό τους. Τόν ἐπίασε ἀπό τά χέρια καί τόν σήκωσε. Ἐκείνη τή στιγμή φάνηκαν δύο γυναῖκες, ἡ μία νέα ἡ ἄλλη ἡλικιωμένη, καί τόν περιτριγύρισαν ἕνα τσοῦρμο παιδιά!
«Ἡ φαμιλιά μου παπούλη μου» τοῦ εἶπε ὁ κρυφός χριστιανός.
Σέ λίγο καθισμένοι στό σαλόνι ἀντάλασσαν τίς ἱστορίες τους. Αἰσθάνονταν γνωστοί ἀπό χρόνια. Ἦταν κι αὐτοί ὅπως ὅλοι οἱ δικοί τους. Χρόνια τώρα, ἀπό πατέρα σέ παιδί, κράταγαν μυστική τήν πίστη τους καί συνέχιζαν φανερά νά κάνουν τή ζωή τοῦ μουσουλμάνου. Πρῶτα κοντά τούς ἔμενε ἕνας χότζας ποῦ ἦταν κρυφός παπάς. Αὐτός τούς βάφτισε, αὐτός τούς πάντρεψε, αὐτός κήδευε τούς πατεράδες τους. Ὅλα στά κρυφά. Νύχτα πάνω στή νύχτα. Τή μέρα τούς πάντρευε τούρκικα. Τή νύχτα χριστιανικά. Γεννιόταν ἕνα παιδί; Τή μέρα ἔκανε σουνέτι. Τή νύχτα βαφτίσια. Στό θάνατο ὁ πρῶτος ποῦ ἔμπαινε στό σπίτι ἦταν αὐτός. Μόνος μέ τήν οἰκογένεια τοῦ νεκροῦ διάβαζε τρισάγιο. Τή νύχτα ἔκανε τήν κηδεία καί τό πρωΐ ὅλα τά ἔθιμα τῶν μουσουλμάνων. Διπλή ζωή, διπλό ξόδι. Ἀπό τότε ὅμως ποῦ πέθανε, ἔμειναν ὀρφανοί. Ἀλειτούργητοι. Ἀβάφτιστοι. Δύο χρόνια ἔχουν νά κάνουν Ἀνάσταση. Τή νύχτα τό Μεγάλο Σάββατο ἄκουσαν τίς καμπάνες ἀπ’ τό χριστιανικό μαχαλά. Ἄναψαν κερί καί ἔψαλαν σιγανά τρεῖς φορές τό «Χριστός Ἀνέστη».
«Νά κάνουμε τώρα τήν Ἀνάσταση», ἡ ἰδέα ἄστραψε στό μυαλό τοῦ πάπα – Λευτέρη. «Τί πειράζει; Πασχαλιά εἶναι ἀκόμη. Ἑτοιμαστεῖτε κι ἐδῶ εἴμ΄ ἐγώ».
Ἀπ’ τή στιγμή ἐκείνη ἕνας ὁλάκερος μηχανισμός μπῆκε σέ λειτουργία. Μέχρι τό βράδυ βρέθηκαν ἄμφια, σκεύη, πρόσφορα ἐνῷ ἕνα νιό παληκάρι, μέ γρήγορο ἄλογο, ἔτρεξε στό χωριό νά καθησυχάσει τήν παπαδιά, ποῦ δέν θά γύριζε ὁ παπάς ἐκεῖνο τό βράδυ.
Γύρω στά μεσάνυχτα γιόμισε τό σπίτι ἀπό κρυφοχριστιανούς. Ἄντρες, γυναῖκες, παιδιά πέρασαν τό κατώγι μ’ ἁγιοκέρια ποῦ εἶχαν μόνοι τους ἑτοιμάσει. Στήν ἀνατολική πλευρά μία κασέλα εἶχε γίνει Ἁγία Τράπεζα. Ὁ πάπα – Λευτέρης ἄρχισε τό ψάλσιμο μ΄ ἕνα γέροντα.
«Κύματι θαλάσσης τόν κρύψαντα πάλαι διώκτην τύραννον».
Τούτους ΄δῶ δέν ἐνοχλοῦσε ἡ φωνή του. Γι’ αὐτό δέν ἄκουσε ἐκεῖνο τό «σούς μπρέ», ποῦ τοῦ μαύριζε τήν ψυχή. Τούς ἔφτανε ποῦ ἄκουγαν τά λόγια. Κι ἄν ἔκρινε ἀπό τά βλέμματα, ἴσως καί νά φχαριστιόντουσαν ἀπ’ τό ψάλσιμό του. Στό τέλος ἄναψε τό κερί τοῦ ἀπ’ τό καντῆλι ποῦ τρεμόπαιζε καί κάλεσε τούς μυστικούς χριστιανούς του:
«Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός καί δοξάσατε Χριστόν τόν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν».
Μετά, ἐκεῖ στή μέση, ἔψαλε «τήν Ἀνάστασίν σου Χριστέ Σωτήρ», διάβασε τό Εὐαγγέλιο κι ἐνῷ ἡ πόλη ἡσύχαζε, ψάλανε ὅλοι μαζί τό «Χριστός Ἀνέστη». Γύρω του τά δακρυσμένα μάτια τοῦ σκλάβωναν τήν καρδιά. Ἦταν μία ἀπ’ τίς στιγμές ποῦ θά τόν συνόδευαν σ’ ὅλη του τή ζωή.
Ἦταν ἕτοιμη νά ξεπροβάλει ἡ νέα μέρα, ὅταν ξεκίναγε νά γυρίσει στό χωριό. Πίσω του ἄφηνε τό σπίτι, ποῦ ἔγινε ἡ κολυμπήθρα γιά ν’ ἀναβαπτιστεῖ στήν πίστη του κι ἕνα κομμάτι τῆς καρδιᾶς του. Θαρχόταν νά τό συναντήσει πάλι σέ λίγες μέρες. Τόν περίμεναν οἱ νέοι του χριστιανοί. Μαζί τους καί τά μικρά παιδιά, ποῦ εἶχαν μείνει ἀβάπτιστα.
Τώρα ἤξερε. Κάθε φορᾶ ποῦ ξεκίναγε μέ ξύλα γιά τήν Τραπεζούντα θά ἔφερνε κι ἕνα φόρτωμα στόν τουρκομαχαλά. Κάθε φορᾶ καί σέ διαφορετικό σπίτι. Τή νύχτα τό σπίτι αὐτό θά γινόταν ἡ ἐκκλησιά κι ἐκεῖ θά συνάζονταν οἱ κλωστοί. Ἄπ΄ τά πιό ἀπίθανα μέρη ξεφύτρωναν οἱ μαῦρες σκιές ποῦ ἀδιαφοροῦσαν γιά τήν προχωρημένη ὥρα. Τίς πιό πολλές φορές ἐρχόταν στό σπίτι τοῦ πεθαμένου κρυφοῦ παπᾶ ὅπου ὑπῆρχε ὁλάκερη ἐκκλησιά κρυμμένη ἄπ’ τά μάτια τοῦ κόσμου. Μυστικές πόρτες ἔφερναν τούς πιστούς ἀπό τούς σκοτεινούς δρόμους. Ἔξω οἱ νέοι εἶχαν ἀναλάβει τή φύλαξη. Τόσα χρόνια στή ζωή αὐτή ἔμαθαν νά φροντίζουν τήν ἀσφάλειά τους. Μαζί τους ἄρχισε κι αὐτός νά ζεῖ τούς φόβους καί τίς ἀγωνίες τους κι ὅταν γνωρίστηκαν καλά ἡ ἔγνοιά του σκλαβώθηκε στό μαχαλά τους.
«Τά παιδιά ἔχουν σήμερα μπαϊράμι» ἔλεγε στήν παπαδιά «κι ὅλη μέρα θά εἶναι νηστικά»…
Γιώργη Θ Πρίντζιπα  «Το συναξάρι των κρυφών ονείρων»

Το Πρόσφορο

prosforo10

Για την τέλεση της θ. Λειτουργίας οι πιστοί προσφέρουμε στο Θεό ψωμί ( άρτο ) που λέγεται πρόσφορο ( από την προσφορά ) και κρασί. Τα προϊόντα αυτά φαίνονται ασήμαντα. Όμως αποτελούν τα γεννήματα των κόπων του ανθρώπου και συμβολίζουν τη ζωή μας, που προσφέρουμε στο Θεό, ως δώρο ευχαριστίας.

Για να το καταλάβουμε αυτό ας σκεφθούμε πως φτιάχνεται το ψωμί και το κρασί. Για το πρώτο αναμιγνύουμε αλεύρι, νερό, αλάτι και ΄΄ζύμη΄΄ ( μαγιά ή προζύμι ). Η ζύμη προκαλεί τη ΄΄ζύμωση΄΄, μια χημική διεργασία που κάνει το ζυμάρι να φουσκώνει και το δεύτερο παρασκευάζεται με παρόμοιο τρόπο. Ο μούστος του σταφυλιού μετατρέπεται με την αλκοολική ζύμωση, σε κρασί. Αυτά τα δύο προϊόντα ανέκαθεν αποτελούσαν βασικά στοιχεία της διατροφής του ανθρώπου. Όταν λαμβάνουμε ως τροφή το ψωμί και το κρασί, απορροφώνται από τα όργανα του σώματος και μεταβάλλονται σε αίμα και σάρκα. Χωρίς την τροφή δεν μπορούμε να ζήσουμε. Γι’ αυτό το λόγο το ψωμί και το κρασί χρησιμοποιούνται ως σύμβολα της προσφοράς μας στο Θεό, γιατί προσφέροντάς τα, είναι σαν να προσφέρουμε σ’ Αυτόν τη ζωή μας.

Μέσα στη θ.Λειτουργία τα απλά αυτά είδη της διατροφής μας, με την παρουσία της χάρης του Αγ.Πνεύματος, μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα του Χριστού. Και όταν κοινωνούμε λαμβάνουμε μέσα μας τον ίδιο το Χριστό, την ουράνια τροφή, που χαρίζει την Αιώνια Ζωή.

Το πρόσφορο έχει σχήμα στρογγυλό και φέρνει στο κέντρο κυκλική σφραγίδα με σχήματα σε σχήμα σταυρού. Στο κέντρο του βρίσκεται ένα τετράγωνο που γράφει Ιησούς Χριστός Νικά.
Ονομάζεται ΄΄αμνός΄΄ ( πρόβατο ) και το αποχωρίζει ο ιερέας σε σχήμα κύβου από το πρόσφορο, κατά την ΄΄Προσκομιδή΄΄ ( δηλ. την προετοιμασία των τίμιων δώρων για την τέλεση της θ.Λειτουργίας ). Το τοποθετεί πάνω στο άγιο Δισκάριο και αυτό το κομμάτι του ψωμιού θα γίνει το Σώμα του Χριστού μέσα στη θ.Λειτουργία.

Αριστερά βρίσκεται ένα τριγωνικό κομμάτι μέσα στο οποίο διακρίνονται τα γράμματα Μ, Θ ( Μήτηρ Θεού ) και συμβολίζει την Παναγία. Δεξιά βρίσκεται ένα τετράγωνο κομμάτι που περικλείει 9 τρίγωνα. Αυτά συμβολίζουν τις 9 τάξεις των Αγγέλων και των Αγίων. Και τα δύο αυτά κομμάτια τα αποχωρίζει ο ιερέας από το πρόσφορο κατά την Προσκομιδή και τα τοποθετεί με αντίστοιχο τρόπο πάνω στο άγιο Δισκάριο. Το υπόλοιπο πρόσφορο κόβεται σε μικρά κομμάτια και διανέμεται ως ΄΄αντίδωρο΄΄ στους πιστούς στο τέλος της θ. Λειτουργίας. Με την προσφορά του Άρτου στη θ. Λειτουργία συμμετέχουμε κι εμείς ουσιαστικά σ’ αυτήν. Αξιωνόμαστε από τους κόπους των χεριών μας να γίνει ο ίδιος ο Χριστός.

Είναι παλιά παράδοση της Εκκλησίας μας το πρόσφορο να ζυμώνεται στο σπίτι. Όχι μαζί με το συνηθισμένο ψωμί αλλά χωριστά. Με ιδιαίτερη φροντίδα και προσευχή. Μόνον έτσι η προσφορά μας είναι αποτέλεσμα και του προσωπικού μας κόπου. Μόνον έτσι αυτό το μικρό υλικό δώρο, γίνεται έκφραση της αγάπης μας προς το Θεό.

Για να προσφέρουμε τα δώρα μας στο Θεό και να γίνουν αποδεκτά απ’ Αυτόν, χρειάζονται κάποιες προϋποθέσεις. Ας μην ξεχνάμε ποτέ ότι πριν από κάθε υλικό δώρο μας προς την εκκλησία, ο Χριστός ζητάει την ειλικρινή Μετάνοιά μας. Ζητάει προσφορά της καρδιάς. Ζητάει καθαρή καρδιά, γεμάτη αγάπη και καλοσύνη, προς όλους. Ακόμα και στους εχθρούς μας. Γι’ αυτό ο ίδιος είπε:
” Όταν προσφέρεις το δώρο σου στο Ναό, κι εκεί θυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου, γύρισε αμέσως πίσω. Πήγαινε πρώτα να συμφιλιωθείς με τον αδελφό σου και ύστερα έλα να προσφέρεις το δώρο σου΄΄ ( Ματθ. 5, 23 – 24 )

Συνταγή για 2 πρόσφορα

ΥΛΙΚΑ
1 1/2 κιλό αλεύρι (1 κιλό σκληρό σιμιγδαλένιο, 1/2 κιλό άσπρο μαλακό)κοσκινισμένο
προζύμι στο μέγεθος μικρού μήλου, σε θερμοκρασία δωματίου
1 κουταλάκι του γλυκού αλάτι
χλιαρό νερό όσο πάρει
σφραγίδα ξυλόγλυπτη
2 ταψάκια Νο 20

ΕΚΤΕΛΕΣΗ Ρίχνουμε σε μία λεκάνη 2 φλιτζάνια του τσαγιού χλιαρό νερό και λιώνουμε το προζύμι εντελώς. Στη συνέχεια ρίχνουμε 2 φλιτζάνια του τσαγιού αλεύρι κίτρινο και ανακατεύουμε καλά το μίγμα.

Το σταυρώνουμε, το σκεπάζουμε με μια καθαρή πετσέτα και το αφήνουμε για 10 ώρες περίπου, ώστε να δημιουργηθούν στην επιφάνεια του μίγματος φυσαλίδες. Έπειτα ρίχνουμε 2 φλιτζάνια του τσαγιού χλιαρό νερό, το αλάτι και λίγο- λίγο όλο το αλεύρι. Το ζυμώνουμε 20 λεπτά περίπου. Η ζύμη πρέπει να είναι σφιχτή και να μην κολλάει στα χέρια μας και στη λεκάνη. Εάν κατά το ζύμωμα χρειαστεί η ζύμη λίγο νερό ακόμα, βρέχουμε τα χέρια μας με χλιαρό νερό και συνεχίζουμε το ζύμωμα μέχρι το νερό να απορροφηθεί εντελώς.

Όταν η ζύμη ζυμωθεί καλά, αφαιρούμε ένα κομμάτι όσο το μέγεθος του προζυμιού που χρησιμοποιήσαμε, το οποίο θα είναι το προζύμι μας στο επόμενο ζύμωμα και το τοποθετούμε σε ένα κεσεδάκι με σκέπασμα, το οποίο αφήνουμε εκτός ψυγείου για 12 ώρες περίπου ώστε να φουσκώσει και στη συνέχεια το τοποθετούμε στο ψυγείο. Την υπόλοιπη ζύμη τη χωρίζουμε στα δύο. Ρίχνουμε λίγο αλεύρι πάνω στον πάγκο και πάνω σ’ αυτό πλάθουμε κάθε πρόσφορο σε σχήμα στρογγυλό και τοποθετούμε το καθένα στο κέντρο του ταψιού. Στο κάθε ταψί έχουμε ρίξει από πριν λίγο αλεύρι (στον πάτο και έχουμε περάσει και τα τοιχώματα με αλεύρι), ώστε να μην κολλήσει το πρόσφορο.
Τοποθετούμε προσεχτικά την σφραγίδα στο κέντρο του πρόσφορου, την πιέζουμε με δύναμη και την στρίβουμε ελαφρά πολύ λίγο. Στη συνέχεια τη σηκώνουμε σιγά- σιγά και πλάγια.

Με ένα ξύλινο καλαμάκι τρυπάμε το πρόσφορο στον “αμνό” (στο μεσαίο τετράγωνο της σφραγίδας) στις 4 γωνίες και από το έξω μέρος του τετραγώνου, εκεί όπου υπάρχουν 4 μικρά μπαλάκια. Έπειτα κάνουμε 12 τρύπες γύρω-γύρω έξω από τη σφραγίδα.
Ψήνουμε για 2 1/2 ώρες και το ελέγχουμε .

Έξω από τη σφραγίδα πιέζουμε τη ζύμη με το δάχτυλό μας ελαφρά και εάν η ζύμη ξαναγυρίσει στη θέση της, θα πει ότι το πρόσφορο είναι έτοιμο για το φούρνο. Προθερμαίνουμε το φούρνο για 10 λεπτά σε δυνατή θερμοκρασία χωρίς αέρα και βάζουμε τα πρόσφορα να ψηθούν για μισή ώρα σε σχάρα που βρίσκεται προς το κάτω μέρος του φούρνου. Όταν πάρουν χρώμα από πάνω, τα σκεπάζουμε με αλουμινόχαρτο και τα ψήνουμε σε μέτριο φούρνο για 45 λεπτά ακόμα.
Άφου τα βγάλουμε απ’ το φούρνο, τα αφήνουμε να κρυώσουν λίγο και στη συνέχεια τα αναποδογυρίζουμε, τα βγάζουμε από το ταψί και τα ακουμπάμε όρθια στον τοίχο για να στεγνώσουν.

Αφού κρυώσουν εντελώς τα πρόσφορα, τυλίγουμε το καθένα ξεχωριστά με μια καθαρή πετσέτα, τα κλείνουμε σε μια νάιλον σακούλα και τα βάζουμε στο ψυγείο. Εκεί μπορούμε να τα διατηρήσουμε ως και μια εβδομάδα.
Σημειώσεις:
1. Καλό θα ήταν τα σκεύη που χρησιμοποιούμε για τα πρόσφορα να είναι προορισμένα μόνο γι’ αυτή τη χρήση.
2. Το πρόσφορο το πηγαίνουμε στην Εκκλησία τυλιγμένο σε μια καθαρή άσπρη πετσέτα. Σε ένα χαρτί μπορούμε να έχουμε γράψει τα ονόματα των ζώντων και σε ένα άλλο των κεκοιμημένων για να μνημονευτούν στη Θεία Λειτουργία.