Ο παπάς της Σπιναλόγκα. Μία ιστορία από το Γεροντικό

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο παπάς της Σπιναλόγκα

Ήμουνα λεπρός. Έζησα στη Σπιναλόγκα πολλά χρόνια. Η κατάστασή μας ήταν φρικτή. Η αρρώστια παραμόρφωνε τα πρόσωπά μας, έτρωγε τα άκρα μας. Πολλοί λεπροί ήταν χωρίς φρύδια, χωρίς μάτια, χωρίς μύτη, χωρίς χείλη, χωρίς δάκτυλα χεριών και ποδιών. Πολλών το σώμα σκεπαζόταν από μια φρικτή κρούστα. Οι πληγές ξερνούσαν πολλές φορές ακαθαρσίες και έτσι κολλούσε το σώμα με τα ρούχα. Και είχαν οι πληγές μια τρομερή βρώμα από πύο! Η ιατρική περίθαλψη ήταν ασήμαντη. Υπήρχε στο νησί ένας γιατρός και ήμαστε οι άρρωστοι περίπου εξακόσιοι! Και δεν έφταναν αυτά. Ζούσαμε οι περισσότεροι σε σπίτια μικρά, υγρά και ανήλια.

Ο φόβος της μόλυνσης έκανε όλους τους υγιείς ανθρώπους να μην τολμούν να μας πλησιάσουν. Ήταν τούτο κάτι ανώτερο από τις δυνάμεις τους. Δεν μπορούσε η ψυχή να νικήσει τη σάρκα.

Ο γιατρός, οι νοσοκόμες, οι άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι και οι γυναίκες, που έπλυναν τα ρούχα μας, άφηναν το νησί της φρίκης λίγο πριν τη δύση του ηλίου και πήγαιναν με βενζινάκατο στην Πλάκα, που ήταν δυτικά και απέναντι της Σπιναλόγκας. Φεύγοντας έκλειναν την πελώρια πύλη του βενετσιάνικου τείχους, που χώριζε την αποβάθρα από το χωριό μας. Και μέναμε οι λεπροί ολομόναχοι. Συντροφιά με τη μοίρα μας! Η απομάκρυνσή τους βέβαια από το νησί ήταν δικαιολογημένη. Έπρεπε να ζήσουν μερικές ώρες μακριά από το «νησί των ζωντανών νεκρών», όπως αποκαλούσαν τη Σπιναλόγκα τότε δημοσιογράφοι των αθηναϊκών εφημερίδων.

Τις δύσκολες ώρες όλοι μας, όταν δεν μπορούμε να σταθούμε όρθιοι με τα μάτια καρφωμένα στο συνάνθρωπό μας, γονατιστοί στρέφομε τα μάτια μας προς τα άνω. Και εμείς, βρισκόμενοι στη Σπιναλόγκα, στο Γολγοθά του ανθρώπινου πόνου, πηγαίναμε στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα και στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και προσευχόμαστε σιωπηλά. Νιώθαμε όλοι την ανάγκη ενός ιερέα. Εκείνος μόνο θα μπορούσε να μας παρηγορήσει με το λόγο του Θεού, να μας συμπαρασταθεί πνευματικά. Όμως ιερέας ερχόταν στο νησί μας από την Ελούντα μόνο δύο φορές το μήνα. Ερχόταν Σαββατόβραδο, έκανε τον εσπερινό και έφευγε. Ερχόταν πάλι την επόμενη μέρα, τελούσε τη Θεία Λειτουργία και έφευγε. Ερχόταν και άλλες φορές. Τότε όμως ερχόταν από αναπότρεπτη ανάγκη, για να κηδέψει τους νεκρούς μας!

Κάποια μέρα καθόμαστε μερικοί άντρες στην αυλή του καφενείου μας, που ήταν κοντά στην πύλη. Τότε πιο πέρα φάνηκε ένας ιερέας. Καταλάβαμε όλοι μας ότι ήρθε στο νησί, για να λειτουργήσει. Μόλις μας είδε ήρθε κοντά μας. Μας καλημέρισε με εγκαρδιότητα. Όλοι μας όρθιοι και με ελαφρά υπόκλιση τον καλωσορίσαμε. Κανένας μας όμως δεν έτεινε το χέρι του, για να τον χαιρετήσει. Ο λεπρός δεν πρέπει να χαιρετά με χειραψία. Κι αυτό, για να μη μεταδώσει την καταραμένη του αρρώστια. Τότε εκείνος μας χαιρέτησε όλους με χειραψία! Μας είπε απλά ότι θα μείνει κοντά μας, για να μας βοηθάει στην εκπλήρωση των χριστιανικών μας καθηκόντων. Η συγκίνησή μας ήταν μεγάλη.

Την άλλη μέρα πήγαμε στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα. Παρακολουθήσαμε όλοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, με κατάνυξη τη Θεία Λειτουργία, που τελούσε με δωρική απλότητα και απροσμέτρητη ευσέβεια. Την Κυριακή αυτή δεν μεταλάβαμε. Δεν είχαμε ενημερωθεί έγκαιρα για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας και δεν είχαμε νηστέψει. Στο τέλος της Λειτουργίας πήραμε από το χέρι του αντίδωρο. Και παίρνοντας το αντίδωρο του φιλούσαμε όλοι το χέρι! Ήταν κάτι που το επιδίωξε ο ίδιος. Καθώς έδινε το αντίδωρο, πλησίαζε το χέρι του στο στόμα μας. Όλων μας τα μάτια βούρκωσαν από συγκίνηση. Πριν έρθει εκείνος, το αντίδωρο το παίρναμε από ένα καλαμόπλεχτο πανέρι που τοποθετούσε ο νεωκόρος στο παγκάρι.

Την επόμενη Κυριακή πήγαμε σχεδόν όλοι στην εκκλησία. Η εκκλησία ήταν κατάμεστη, το ίδιο και το προαύλιό της. Τη μέρα αυτή μεταλάβαμε όλοι. Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας είδαμε τον ιερέα μας να καταλύει ο,τι είχε απομείνει στο Άγιο Ποτήριο από τη μετάληψή μας! Ανοίξαμε όλοι τα ματιά μας από έκπληξη. Νομίζαμε ότι ονειρευόμαστε. Χοντρά και καυτά δάκρυα ανάβρυσαν από τα μάτια μας. Ο προηγούμενος ιερέας ο,τι απέμενε από τη μετάληψή μας -ασφαλώς κατά θεία οικονομία- το έχυνε στο χωνευτήρι.

Ο ιερομόναχος Χρύσανθος έμενε κοντά μας νύκτα και μέρα. Και έμεινε κοντά μας δέκα χρόνια! Τα χρόνια αυτά εκδήλωσε σε όλους μας όχι μόνο την αγάπη της γλυκύτητας, αλλά και την αγάπη της ευποιίας. Μας επισκεπτόταν στα σπίτια μας. Μας καθοδηγούσε όλους. Ενίσχυε με τα λίγα χρήματα που είχε τους φτωχούς. Και έκανε τούτο τηρώντας το «μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου» (Ματθ. ΣΤ´, 3). Ευγνωμονώ, όπως και όλοι οι άρρωστοι της Σπιναλόγκας, τον πατέρα Χρύσανθο για…

Δεν ολοκλήρωσε όμως τη φράση του. Ξέπασε σ᾽ ένα βουβό κλάμα.

Η Αστυνομική Ταυτότητα του ιερομονάχου Χρυσάνθου, όπου αναγράφεται ως κατοικία του η Σπιναλόγκα.

Ο πατήρ Χρύσανθος, κατά κόσμον Ματθαίος Κατσουλογιαννάκης, γεννήθηκε στα Έξω Μουλιανά της Επαρχίας Σητείας στις 15 Ιουλίου 1893. Παρακολούθησε μαθήματα της έκτης τάξης του δημοτικού σχολείου χωρίς να πάρει απολυτήριο. Ο επίσκοπος Ιεράς και Σητείας Αμβρόσιος τον έκρινε μοναχό το 1911 και τον τοποθέτησε στη Μονή Τοπλού. Στις 20 Ιανουαρίου τον χειροτόνησε ιεροδιάκονο και στις 26 Σεπτεμβρίου 1920 ιερομόναχο. Το 1941, έπειτα από αίτησή του, ο επίσκοπός του Φιλόθεος Μαζοκοπάκης τον μετέθεσε στην Μονή Φανερωμένης Ιεράπετρας. Εξεδήμησε εις Κύριον στις 3 Απριλίου 1972 και ενταφιάσθηκε στη Μονή Τοπλού.

Ο παπάς της Σπιναλόγκα.

 

 

Η πρώτη μας κατασκήνωση σαν ενορία.

“οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν.”

Ματθαίον 18:20

Η ενορία μας για πρώτη φορά διοργάνωσε κατασκήνωση στην όμορφη περιοχή του Schoorl, σε ένα οργανωμένο πάρκο με χώρους εστίασης, διαμονής, αλλά και την δική μας εκκλησία. Η φιλόξενη και οικεία ατμόσφαιρα δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να μοιραστούμε μοναδικές προσωπικές στιγμές και να ζήσουμε αξέχαστες εμπειρίες.

Κάπως έτσι ξεκινήσαμε. Προσπαθώντας να ενώσουμε τα κομμάτια του παζλ σε μία σταγόνα αγάπης. Μία σταγόνα που έμελε να μπει στην καρδιά όλων μας, μικρών και μεγάλων.

λόγκο κατασκήνωσης

 

Το πρόγραμμα μας πλούσιο και οι δραστηριότητες πολλές. Πάντα όμως μαζί με τον Χριστό και του αγίους του. Όρθρος, Θεία Λειτουργία, εσπερινός, απόδειπνο και ομιλία. Βόλτα στο πάρκο, παιχνίδι, χαλάρωση, και πολλά πολλά γέλια για όλους μας. Δείτε πολύ συνοπτικά κάποιες δραστηριότητες μας.

Τόσο οι φωτογραφίες όσο και οι λέξεις είναι πολύ φτωχές για να περιγράψουν αυτό που ζήσαμε. Μία γλυκύτητα που θέλεις να κρατήσεις για πάντα μέσα σου.

Την σταγόνα της αγάπης την φτιάξαμε. Και μαζί με αυτή φτιάξαμε ανθρώπινες σχέσεις που η “κόλλα” του Θεού τις ένωσε τέλεια μεταξύ τους.

Του χρόνου πρώτα ο Θεός θα ξαναείμαστε εκεί.

WhatsApp Image 2019-07-01 at 2.24.58 PM (1)

H εορτή της Πεντηκοστής.

Image result for Αλέξανδρος Σμεμαν   "πεντηκοστή"

Ομιλία του π. Αλέξανδρου Schmemann.

Στον ετήσιο λειτουργικό κύκλο της Εκκλησίας, η Πεντηκοστή είναι “η τελευταία και μεγάλη μέρα”. Είναι η γιορτή της Εκκλησίας για την έλευση του Αγίου Πνεύματος ως το τέλος – την επίτευξη και την εκπλήρωση – ολόκληρης της ιστορίας της σωτηρίας. Για τον ίδιο λόγο, όμως, είναι και η γιορτή της αρχής: είναι η «γενέθλια» ημέρα της Εκκλησίας ως η παρουσία μεταξύ μας του Αγίου Πνεύματος, της νέας ζωής στον Χριστό, της χάριτος, της γνώσης, της υιοθεσίας στον Θεό και την αγιότητα.

Αυτή η διπλή έννοια και η διπλή χαρά μας αποκαλύπτονται, πρώτα απ ‘όλα, στο όνομα της γιορτής. Η Πεντηκοστή στα ελληνικά σημαίνει πενήντα, και στον ιερό βιβλικό συμβολισμό των αριθμών, ο αριθμός πενήντα συμβολίζει τόσο την πληρότητα του χρόνου όσο και εκείνη που είναι πέρα ​​από το χρόνο: την ίδια την Βασιλεία του Θεού. Συμβολίζει την πληρότητα του χρόνου από την πρώτη του συνιστώσα: 49, η οποία είναι η πληρότητα των επτά (7 x7): ο αριθμός του χρόνου. Και συμβολίζει αυτό που είναι πέρα ​​από το χρόνο από το δεύτερο συστατικό του: 49 + 1, αυτό είναι η καινούργια ημέρα, η «ημέρα χωρίς βράδυ» της αιώνιας Βασιλείας του Θεού. Με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στους μαθητές του Χριστού, ο χρόνος της σωτηρίας, το θεϊκό έργο της λύτρωσης έχει ολοκληρωθεί, η πληρότητα αποκαλύφθηκε, όλα τα δώρα ήδη δόθηκαν: μας ανήκει τώρα να «προσαρμόζουμε» αυτά τα δώρα, να είναι αυτό που εμείς έχουμε γίνει στον Χριστό: συμμετέχοντες και πολίτες του Βασιλείου Του.

Η πρόσκληση είναι επίσημη: “Ας γιορτάσουμε την Πεντηκοστή, τον ερχομό του Αγίου Πνεύματος, την ημέρα της υπόσχεσης και την εκπλήρωση της ελπίδας, το μυστήριο που είναι τόσο μεγάλο όσο είναι πολύτιμο”.

Κατά την έλευση του Πνεύματος αποκαλύπτεται η ίδια η ουσία της Εκκλησίας:

“Το Άγιο Πνεύμα παρέχει τα πάντα,  προφητεύει, εκπληρώνει την ιεροσύνη, διδάσκει τη σοφία στους αναλφάβητους, έχει αποκαλύψει τους ψαράδες ως θεολόγους, συγκεντρώνει όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας”.

Στις τρεις αναγνώσεις της Παλαιάς Διαθήκης (Αριθμοί 11: 16-17, 24-29 · Ιωήλ 2: 23-32 · Ιεζεκιήλ 36: 24-28) ακούμε τις προφητείες σχετικά με το Άγιο Πνεύμα. Μας διδάσκουνε ότι ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητας κατευθύνεται προς την ημέρα κατά την οποία ο Θεός “θα δώσει το Πνεύμα Του σε κάθε σάρκα”. Αυτή η μέρα έχει έρθει! Όλες οι ελπίδες, όλες οι υποσχέσεις, όλες οι προσδοκίες έχουν εκπληρωθεί. Στο τέλος των Αποστίχων, για πρώτη φορά από το Πάσχα, ψάλουμε τον ύμνο: «Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε,  το Πνεύμα της Αλήθειας …», εκείνο με τον οποίο εγκαινιάζουμε όλες τις εκκλησιαστικές λειτουργίες, όλες τις προσευχές, , δηλαδή την αναπνοή της Εκκλησίας.

Στην ανάγνωση του Ευαγγελίου (Ιωάν. 20: 19-23) η γιορτή ερμηνεύεται σε εμάς ως γιορτή της Εκκλησίας, της θείας φύσης, και της εξουσίας της. Ο Κύριος στέλνει τους μαθητές Του στον κόσμο, όπως εστάλη ο ίδιος από τον Πατέρα Του. Αργότερα, στα αντίφωνα της Λειτουργίας, διακηρύσσουμε την καθολικότητα της κηρύξεως των αποστόλων, την κοσμική σημασία της γιορτής, τον αγιασμό ολόκληρου του κόσμου, την αληθινή εκδήλωση της Βασιλείας του Θεού.

Η λειτουργική ιδιαιτερότητα της Πεντηκοστής είναι ένας πολύ ξεχωριστό Εσπερινός της ίδιας της ημέρας. Συνήθως η ακολουθία αυτή γίνεται αμέσως μετά την Θεία Λειτουργία, “προστίθεται” σε αυτήν ως η εκπλήρωση της. Μετά την Εορταστική Είσοδο, αυτή η χαρά φθάνει στο αποκορύφωμά της στον ύμνο του Μεγάλου Προκείμενου:

“Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών».

Στη συνέχεια, έχοντας φτάσει σε αυτή την κορύφωση, καλούμαστε να γονατίσουμε. Αυτή είναι η πρώτη γονυκλισία μας από το Πάσχα. Σημαίνει ότι μετά από αυτές τις πενήντα μέρες Πασχαλινής χαράς και πληρότητας, που βιώνουν τη Βασιλεία του Θεού, η Εκκλησία τώρα πρόκειται να αρχίσει το προσκύνημά της μέσα από το χρόνο και την ιστορία. Είναι και πάλι βράδυ και η βαθιά νύχτα προσεγγίζει, κατά την οποία μας περιμένουν πειρασμοί και αποτυχίες, όταν, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, χρειαζόμαστε Θεία βοήθεια, εκείνη την παρουσία και τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, που μας έχει αποκαλύψει το χαρούμενο τέλος. Τώρα θα μας βοηθήσει στην προσπάθειά μας προς εκπλήρωση και σωτηρία.

Όλα αυτά αποκαλύπτονται στις τρεις προσευχές τις οποίες ο ιερέας διαβάζει τώρα καθώς όλοι γονατίζουμε και τον ακούμε. Στην πρώτη προσευχή, φέρνουμε στον Θεό τη μετάνοια μας, την αυξημένη μας έκκληση για συγχώρεση των αμαρτιών, την πρώτη προϋπόθεση για την είσοδο στη Βασιλεία του Θεού.

Στη δεύτερη προσευχή ζητάμε από το Άγιο Πνεύμα να μας βοηθήσει, να μας διδάξει να προσευχόμαστε και να ακολουθούμε το αληθινό μονοπάτι στη σκοτεινή και δύσκολη νύχτα της γήινης ύπαρξής μας. Τέλος, στην τρίτη προσευχή, θυμόμαστε όλους εκείνους που έχουν επιτύχει το γήινο ταξίδι τους, αλλά που είναι ενωμένοι μαζί μας στον αιώνιο Θεό της Αγάπης.

Η χαρά του Πάσχα έχει ολοκληρωθεί και πάλι πρέπει να περιμένουμε την αυγή της Αιώνιας Ημέρας. Ωστόσο, γνωρίζοντας την αδυναμία μας, ταπεινώνοντας τον εαυτό μας γονατίζοντας, γνωρίζουμε επίσης τη χαρά και τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος που έχει έρθει. Γνωρίζουμε ότι ο Θεός είναι μαζί μας, ότι σε αυτόν είναι η νίκη μας.

Έτσι ολοκληρώνεται η γιορτή της Πεντηκοστής και μπαίνουμε στον «συνηθισμένο χρόνο» του έτους. Ωστόσο, κάθε Κυριακή τώρα θα ονομάζεται «μετά την Πεντηκοστή» – και αυτό σημαίνει ότι από τη δύναμη και το φως αυτών των πενήντα ημερών θα λάβουμε τη δική μας δύναμη, τη Θεία βοήθεια στον καθημερινό αγώνα μας.