Nαι, είμαι Φαρισαίος.

diafora-9.jpg

Πάντοτε με προβλημάτιζε η παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου. Με προβλημάτιζε περισσότερο για την ευκολία της επεξήγησης και της ερμηνείας της. Φαρισαίος ο προσευχόμενος για τον “τύπο”, για την ικανοποίηση ότι τον βλέπουν οι άλλοι, ο επιφανειακά θρησκευόμενος και φανατισμένος άνθρωπος . Αυτός που κάνει τους “μεγάλους σταυρούς” και που όλοι παραδεχόμαστε με επίφαση και ευκολία ότι είναι το πιο επικίνδυνο “είδος” για την Εκκλησία. Με αυτό τον τρόπο εύκολα εξαιρούσα τον εαυτό μου από αυτή την κατηγορία και με ψευτοταπεινότητα έπειθα τον εαυτό μου και τους άλλους ότι ανήκω στην κατηγορία του ταπεινού Τελώνη που αναγνωρίζει την αμαρτωλότητα του και ζητάει το έλεος του Θεού.

Είναι όμως έτσι; Μήπως και ο Φαρισαίος δεν προσευχήθηκε, δεν απευθύνθηκε στον Θεό, δεν προσπαθούσε να τηρήσει το θέλημα του Κυρίου μας έστω και προβληματικά; Δεν ήταν αυτός που βρισκόταν μέσα στο ναό προσευχόμενος και απευθυνόμενος σε Αυτόν που θεωρούσε προστάτη και δημιουργό Του;

Μάλλον το πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Ο Φαρισαίος είναι ένας “α λα κάρτ” Χριστιανός. Δεν προσεγγίζει ολιστικά τον Κύριο με σκοπό να παραδοθεί στο θέλημα Του, αλλά επιβεβαιώνει το θέλημα του Θεού μέσα από τις επιφανειακά καλές πράξεις του. Το πρόβλημα του είναι περισσότερο η προαίρεση και λιγότερο το αποτέλεσμα.

Ας έρθουμε στην σημερινή μας πραγματικότητα. Φαρισαίος δεν είμαι εγώ όταν διαδηλώνω για την ελληνικότητα της πατρίδας μου και τα ιερά των προγόνων μου, αλλά μένω παγερά αδιάφορος στους εκατομύρια θανάτους από τις εκτρώσεις, στην πορνογραφία που τρώει τις σάρκες μικρών και μεγάλων, στην ανωμαλία και σεξουαλική διαστροφή που την βαφτίσαμε κανονικότητα, στην εικόνα του ομοφυλόφιλου του Gay Parade που έχει τοποθετήσει εικόνα αγίου στο ύψος των γεννητικών του οργάνων; Φαρισαίος δεν είμαι όταν κλείνω τα μάτια μου στην κατάργηση της παιδείας και των πανεπιστημίων στο όνομα ενός καλά σκηνοθετημένου ασύλου, στην κατάργηση των θρησκευτικών και της Ορθοδοξίας στο όνομα του ψεύτικου σεβασμού της ανεξιθρησκείας; Φαρισαίος δεν είμαι όταν συγχωρώ μόνο αυτούς που με βολεύει ενώ ανέχομαι μόνο κατ’ επιλογή και περίσταση τον διπλανό μου; Φαρισαίος δεν είμαι όταν κλέβω το κράτος επειδή και αυτό με κλέβει, όταν συνευρίσκομαι ερωτικά με πολλούς ή με πολλές επειδή όλοι αυτό κάνουν στην εποχή μας, όταν λέω τα λεγόμενα “κατά συνθήκη” ψέματα; Φαρισαίος δεν είμαι όταν εκνευρίζομαι και αντιδρώ που οι άλλοι δεν αντιλαμβάνονται τα πράγματα όπως εγώ, όταν δεν δέχομαι την άποψη του άλλου, όταν θεωρώ τον εαυτό μου συνεχώς αδικημένο σε σχέση με τον συνάνθρωπο; Φαρισαίος δεν είμαι όταν λυπάμαι με την στεναχώρια του διπλανού μου αλλά αδυνατώ να χαρώ με την χαρά του; Φαρισαίος δεν είμαι όταν εξομολογούμαι τις αμαρτίες μου και τα λάθη μου περιμένοντας συγχώρεση αλλά αδυνατώ να συγχωρήσω τον διπλανό μου ή των συγχωρώ υπό προυποθέσεις; Τέλος Φαρισαίος δεν είμαι όταν κοιτάζω τον εαυτό μου στον καθρέπτη και σκέφτομαι δυνατά: “έλα μωρέ, όλοι το κάνουν. Δεν σκότωσα και κανένα…”

Θα μπορούσα να γράφω σελίδες πολλές για το ποια πράγματα με κάνουν Φαρισαίο. Αλλά και μόνο με αυτά που ανέφερα σε ένα συμπέρασμα καταλήγω:

Ναι, είμαι Φαρισαίος.

π. Ιωάννης Ψωμάς

Υπακοή και υπομονή ως αποτέλεσμα της θυσιαστικής αγάπης των γονέων

f5608-images2b12

Πολλές φορές οι νέοι γονείς έρχονται σε επαφή με θεληματικές και ίσως καμιά φορά ιδιαίτερα αντικοινωνικές συμπεριφορές των παιδιών μέσα στον χώρο της εκκλησίας. Και η δύσκολη αυτή θέση επιφέρει στεναχώρια και προβληματισμό σε ένα χώρο που θα έπρεπε να υπάρχει μόνο θεία χαρά και παρηγορία. Η παρακάτω επιχειρηματολογία μπορεί να έχει κάποιες αντίθετες απόψεις, ή να “ξυπνήσει” αρνητικά συναισθήματα αλλά δεν αποτελεί τίποτα παραπάνω από τροφή για σκέψη και προβληματισμό.

Η εκπαίδευση των νέων μας οφείλει να αρχίζει από πολύ νωρίς, σίγουρα δε από την προσχολική ηλικία. Το νήπιο οφείλει να μάθει με αγάπη να περιορίζει τον θέλημα του και να ανταποκρίνεται στα καλέσματα των γονέων του και ιδιαίτερα σε αυτά της μητέρας.  Η μητέρα (χωρίς να αποδεσμεύεται και ο πατέρας από την συγκεκριμένη ευθύνη), ως πρόσωπο πιο οικείο και αγαπητικό, που θα πρέπει να βρίσκεται δίπλα στο παιδί, οφείλει συνεχώς να φροντίζει να του μαθαίνει το πως στεκόμαστε στο ναό και ποια πρέπει να είναι η συμπεριφορά μας. Η ίδια η στάση της πρέπει να είναι αγαπητική αλλά ταυτόχρονα και εκπαιδευτική. Για να συμβεί αυτό όμως πρέπει να είναι και η ίδια εκπαιδευμένη. Να αναγνωρίζει και να διαισθάνεται η ίδια που βρίσκεται και πως οφείλει να στέκεται στο ναό του Υψίστου. Και αυτό που γνωρίζει να το μεταλαμπαδεύει στα παιδιά της.

Κανείς δεν ζητάει ούτε αγριάδες, ούτε μαλώματα, ούτε εξεζητημένες συμπεριφορές. Το παιδί μαθαίνει μέσα από την αγάπη αλλά και την σταθερή συμπεριφορά που βάζει όρια. Τα όρια αυτά δεν είναι απάνθρωποι κανόνες που η μη τέλεση τους επισύει τιμωρία, αλλά οδοδείκτες συμπεριφοράς που μαθαίνονται με τον χρόνο. Μπορεί να μην πετύχουμε την πρώτη φορά αλλά θα πετύχουμε σίγουρα την πολλοστή. Το παιδί μεγαλώνοντας θα αρχίζει να αναγνωρίζει τα αυτονόητα που δυστυχώς εμείς οι μεγάλοι δεν γνωρίζουμε. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος η εκπαίδευση ξεκινάει από το σπίτι, από το εργαστήριο αγιότητας που λέγαν οι άγιοι μας. Ξεκινάει με την προσευχή των γονιών, με την ανάγνωση των βίων των αγίων, με την οριοθέτηση της συμπεριφοράς  μέσα στο σπίτι. Συνεχίζει με την επεξήγηση μέσω εικόνων και βιβλίων πριν έρθουμε στο ναό. Προχωράει με την συνεχή ομιλία των γονιών για τον Θεό και τους Αγίους του. Και καταλήγει ως επιστέγασμα και κλίμακα παραδείγματος με την συμπεριφορά των γονέων μεταξύ τους. Μία συμπεριφορά που δίνει απλόχερα σεβασμό, αγάπη και ομόνοια στο παντρεμένο ζευγάρι. Έτσι το παιδί σιγά σιγά σιγά αρχίζει και γνωρίζει. Και όχι μόνο γνωρίζει αλλά όταν έρχεται στο ναό καταλαβαίνει και ανταποκρίνεται και αυτό όχι μηχανιστικά αλλά αποκτώντας σταδιακά συνείδηση.

Η εκπαίδευση των παιδιών απαιτεί χρόνο. Θυσιαστικό χρόνο αγάπης που διδάσκει την υπομονή και την υπακοή. Δύο λέξεις τόσο άγνωστες σήμερα, τόσο για τους μικρούς μας φίλους όσο και για εμας τους μεγαλυτέρους. Πως να μιλήσεις στο παιδί για υπομονή όταν μεγαλώσει όταν ποτέ σου δεν το εκπαίδευσες να υπομένει; Τι να του πεις για την υπακοή των αγίων και την υπακοή στον Θεό όταν δεν έμαθε ποτέ να υπακούει στα κελεύσματα των γονιών του; Πως να του μιλήσεις για νηστεία, εξομολόγηση, προσευχή, όταν όλα αυτά επιτάσσουν και την υπομονή και την υπακοή; Πως να το συμβουλεύσεις να μην έχει άγχος και να εμπιστεύεται τον Θεό, όταν δεν του έμαθες ότι πιστεύω σημαίνει εμπιστεύομαι την πρόνοια Του, υπακούοντας στο θέλημα Του. Η πίστη από μόνη της είναι συνδεδεμένη με την υπακοή. Και η υπακοή προυποθέτει ταπείνωση, καταπάτηση του ιδίου θελήματος και του εγωισμού. Μήπως αυτά δεν είναι που μας ζητάει ο Κύριος όταν λέει ότι “Η Βασιλεία των Ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. 11, 12);

Η εκπαίδευση λοιπόν είναι και οφείλει να είναι μέρος της αγάπης μας προς το δώρο που μας έδωσε ο Θεός. Αν δεν εκπαιδεύσουμε το παιδί μας τώρα που είναι μικρό, μεγαλώνοντας θα είναι πολύ αργά. Το “όχι” και το “μη” δεν συνιστούν απρόσωπη αυστηρή συμπεριφορά με σκοπό την καταπάτηση της ελευθερίας και της προσωπικότητας. Αποτελούν αναγκαία στοιχεία διαπαιδαγώγησης που διδάσκουν την σύνεση, τον σεβασμό και την συνύπαρξη σε ένα κόσμο που τόσο πολύ τα στερείται. Προυποθέτουν δε κόπο, συνεχή ενασχόληση, αγώνα και πολύ, μα πάρα πολύ αγάπη, ώστε να περάσουν στο παιδί όχι ως τιμωρίες αλλά ως φάροι, ως οδοδείκτες μίας Ορθόδοξης συμπεριφοράς. Η διόρθωση γίνεται με το παράδειγμα και με την αγάπη. Μία αγάπη όμως που δεν λέει σε όλα ναι.

π. Ιωάννης Ψωμάς

Άγιοι 3 Ιεράρχες-Τρία αστέρια,τρία ποτάμια…τρεις φίλοι των νέων

της πρεσβυτέρας Σοφίας Βαλμά-Γιαννίση
Δασκάλας
Ήταν τρία αστέρια φωτεινά... Έλαμψαν στο στερέωμα της Εκκλησίας μ’ ένα φως υπέροχο, ένα φως ικανό να πυρπολήσει την Οικουμένη ολάκερη, άντικατότπρισμα του άνεσπέρου φωτός της «τρισηλίου Θεότητας».
Ήταν τρία ποτάμια… Πότισαν το φρυγμένο άπ’ τη φωτιά των διωγμών – πού μόλις είχαν κοπάσει – έδαφος της Εκκλησίας, το διψασμένο για νερό γάργαρο, καθάριο (είχαν αρχίσει οι μέρες των μεγάλων αιρέσεων). Τρία ποτάμια πού πότισαν την κτίση ολάκερη!
Ήταν τρεις χτίστες… Έχτισαν «Βασιλειάδες» για να στεγάσουν κάτω άπ’ τη στέγη της παρηγοριάς τον θλιμμένο, της προστασίας το ορφανό, της ανακούφισης τον ταλαιπωρημένο, της στοργής τον αδικημένο, της περίθαλψης τον άρρωστο, της αποδοχής τον περιθωριοποιημένο, της φροντίδας τον γέροντα… «Το ψωμί, πού κρατάς κρυμμένο», έλεγαν, «ανήκει σ’ εκείνον πού πεινά. Τα ρούχα πού φυλάς στην αποθήκη σου είναι του γυμνού. Τα υποδήματα πού τα ‘χεις καί σαπίζουν είναι του ξυπόλυτου. Τα λεφτά πού τα καταχωνιάζεις, είναι εκείνου πού δεν έχει». «Το θεμέλιο της κοινωνικής ζωής», έλεγαν ακόμη, «καί ή ρίζα όλων των αγαθών είναι ή αγάπη». Γι’ αυτό κι εκείνοι έχτιζαν πάνω σ’ αυτό το θεμέλιο την αγάπη.
-Τήν άγάπη γιά τό Θεό;
– Την αγάπη για τον άνθρωπο;
Μη με ρωτάτε… Οί δυο αγάπες ήταν μέσα τους το ίδιο, ή μια πήγαζε άπ’την άλλη.
Ήταν τρία διαμάντια του πνεύματος πού χάραξαν τις μεγάλες δογματικές αλήθειες της ορθόδοξης θεολογίας, τρείς γενναίοι απολογητές της συγγραφής.
Ήταν τρείς ταλαντούχοι ρήτορες, φιλόσοφοι καί συγγραφείς. Τρεις βαθυστόχαστοι πανεπιστήμονες…
Κι όλες αυτές οι τριάδες ήταν μία. Ήταν οι Τρεις Ιεράρχες. Βασίλειος ό Μέγας καί ό Θεολόγος Γρηγόριος «συν τω κλείνω Ιωάννη τω την γλώτταν χρυσορρήμονι».
Μα λάθος! Λάθος.
Δεν ήταν… Είναι.
Είναι τρία ποτάμια αστείρευτα, πού 16 αιώνες τώρα ποτίζουν με τα νάματα του Χριστιανισμού καί του Ελληνισμού την κτίση ολάκερη.
Είναι τρία αστέρια άνέσπερα πού 16 αιώνες τώρα λάμπουν στο νοητό στερέωμα της Εκκλησίας.
Είναι…
Μα πιο πολύ άπ’ όλα, τη μέρα της κοινής γιορτής τους, για όλους μας, είναι οι τρείς αληθινοί φίλοι των νέων. Εκείνοι πού μπορούν να λένε καί να το εννοούν: «Πάντα ήμίν δεύτερα έστω της προνοίας των παίδων». Γι’ αυτό καί περισσότερο άπ’ όλα τους τιμούμε σαν προστάτες των παιδιών καί της Παιδείας.
Γι’ αυτό καί τέτοιες μέρες γονείς καί δάσκαλοι, όλοι όσοι ζούμε κοντά στον όμορφο κόσμο των παιδιών καί προσπαθούμε να τα μεγαλώσουμε «εν παιδεία καί νουθεσία Κυρίου», δεν μπορεί παρά να σκύψουμε, να δροσιστούμε καί να ξεδιψάσουμε, στα νάματα των «μελιρρύτων ποταμών της Σοφίας». Να γλυκαθεί ή ψυχή μας, να πάρουμε δύναμη μα κι οδηγίες πρακτικές για το δύσκολο έργο της ανατροφής τους. Δεν μπορεί παρά να χαρίζουμε στα παιδιά μας, κάθε φορά, 2-3 πετράδια άπ’ τον απαράμιλλο θησαυρό της πλούσιας πνευματικής παρακαταθήκης των Τριών Ιεραρχών.

της πρεσβυτέρας Σοφίας Βαλμά-Γιαννίση
Δασκάλας

Πατριαρχικὴ Ἀπόδειξις ἐπί τοῖς Χριστουγέννοις (2018)

Ἀριθμ. Πρωτ. 1099

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ,
ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΛΕΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

* * *

Ἱερώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἀδελφοί, προσφιλέστατα τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Δοξάζομεν τόν Πανάγιον καί Πανοικτίρμονα Θεόν, διότι ἠξιώθημεν καί ἐφέτος νά φθάσωμεν εἰς τήν πανέορτον ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων, τήν ἑορτήν τῆς σαρκώσεως τοῦ προαιωνίου Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ «δι᾿ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν». Διά τοῦ «ἀεί μυστηρίου» καί «μεγάλου θαύματος» τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως, τό «μέγα τραῦμα», ὁ ἐν σκότει καί σκιᾷ καθήμενος ἄνθρωπος, καθίσταται «υἱός φωτός καί υἱός ἡμέρας» , ἀνοίγει δι᾿ αὐτόν ἡ εὐλογημένη ὁδός τῆς κατά χάριν θεώσεως. Ἐν τῷ θεανδρικῷ μυστηρίῳ τῆς Ἐκκλησίας καί διά τῶν ἱερῶν μυστηρίων της, γεννᾶται καί μορφοῦται ὁ Χριστός εἰς τήν ψυχήν καί τήν ὕπαρξίν μας. «Ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος», θεολογεῖ ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, «ἐφάπαξ κατά σάρκα γεννηθείς, ἀεί γεννᾶται θέλων κατά πνεῦμα διά φιλανθρωπίαν τοῖς θέλουσι· καί γίνεται βρέφος, ἑαυτόν ἐν ἐκείνοις διαπλάττων ταῖς ἀρεταῖς καί τοσοῦτον φαινόμενος, ὅσον χωρεῖν ἐπίσταται τόν δεχόμενον». Δέν εἶναι «Θεός – Ἰδέα», ὡς ὁ θεός τῶν φιλοσόφων, οὔτε Θεός κεκλεισμένος εἰς τήν ἀπόλυτον ὑπερβατικότητά του καί ἀπροσπέλαστος, ἀλλά εἶναι ὁ «Ἐμμανουήλ», ὁ «Θεός μεθ᾿ ἡμῶν», εὑρίσκεται ἐγγύτερον εἰς ἡμᾶς, ἀπό ὅσον ἡμεῖς οἱ ἴδιοι εἰς τόν ἑαυτόν μας, εἶναι «καί ἡμῶν αὐτῶν συγγενέστερος».

Ἡ πίστις εἰς τήν ἀπρόσιτον καί ἄσαρκον Θεότητα δέν μεταμορφώνει τήν ζωήν τοῦ ἀνθρώπου, δέν αἴρει τήν πόλωσιν μεταξύ ὕλης καί πνεύματος, δέν γεφυρώνει τό χάσμα μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς. Ἡ Σάρκωσις τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι ἡ φανέρωσις τῆς ἀληθείας περί Θεοῦ καί ἀνθρώπου, ἡ ὁποία σώζει τό ἀνθρώπινον γένος ἀπό τούς σκοτεινούς λαβυρίνθους, τόσον τοῦ ὑλισμοῦ καί τοῦ ἀνθρωπομονισμοῦ, ὅσον καί τοῦ ἱδεαλισμοῦ καί τοῦ δυϊσμοῦ. Ἡ καταδίκη τοῦ νεστοριανισμοῦ καί τοῦ μονοφυσιτισμοῦ ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας σηματοδοτεῖ τήν ἀπόρριψιν δύο καθολικωτέρων τάσεων τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς, καί δή ἀφ᾽ ἑνός τῆς ἀπολυτοποιήσεως τοῦ ἀνθρωποκεντρισμοῦ καί ἀφ᾽ ἑτέρου τῆς ἐξιδανικεύσεως τῆς ἰδεαλιστικῆς ἐκδοχῆς τῆς ζωῆς καί τῆς ἀληθείας, παρεκκλίσεων ἰδιαιτέρως διαδεδομένων καί εἰς τήν ἐποχήν μας.

Ὁ σύγχρονος «νεστοριανισμός» ἐκφράζεται ὡς πνεῦμα ἐκκοσμικεύσεως, ὡς ἐπιστημονισμός καί ἀπόλυτος προτεραιότης τῆς χρηστικῆς γνώσεως, ὡς ἀπόλυτος ἰδιονομία τῆς οἰκονομίας, ὡς αὐτοσωτηρική ἀλαζονεία καί ἀθεΐα, ὡς ὁ «μή πολιτισμός» τοῦ ἀτομοκεντρισμοῦ καί τοῦ εὐδαιμονισμοῦ, ὡς νομικισμός καί ἠθικισμός, ὡς «τέλος τῆς αἰδοῦς» καί ταύτισις τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης καί τῆς μετανοίας μέ τήν λεγομένην «ἠθικήν τῶν ἀδυνάτων», Ὁ «μονοφυσιτισμός» πάλιν ἐκπροσωπεῖται σήμερον ἀπό τάς τάσεις δαιμονοποιήσεως τοῦ σώματος καί τοῦ φυσικοῦ ἀνθρώπου, ἀπό τόν πουριτανισμόν καί τά σύνδρομα «καθαρότητος», τήν ἐσωστρεφῆ ἄκαρπον πνευματικότητα καί τούς ποικίλους μυστικισμούς, ἀπό τήν περιφρόνησιν τοῦ ὀρθοῦ λόγου, τῆς τέχνης καί τοῦ πολιτισμοῦ, ἀπό τήν ἄρνησιν τοῦ διαλόγου καί τήν ἀπόρριψιν τοῦ διαφορετικοῦ, μέ ἐπικίνδυνον ἐκφραστήν, ἐν ὀνόματι τῆς «μόνης καί ἀποκλειστικῆς ἀληθείας», τόν θρησκευτικόν φονταμενταλισμόν, ὁ ὁποῖος τρέφεται ἀπό ἀπολυτοποιήσεις καί ἀπορρίψεις καί τροφοδοτεῖ τήν βίαν καί τήν διάσπασιν. Εἶναι προφανές ὅτι, τόσον ἡ νεστοριανίζουσα ἀποθέωσις τοῦ κόσμου, ὅσον καί ἡ μονοφυσιτίζουσα δαιμονοποίησίς του, ἀφήνουν τόν κόσμον καί τήν ἱστορίαν, τόν πολιτισμόν καί τούς πολιτισμούς, ἐκτεθειμένους εἰς τάς δυνάμεις τοῦ «νῦν αἰῶνος», καί παγιώνουν τοιουτοτρόπως τήν αὐτονόμησιν καί τά ἀδιέξοδά των.

Ἡ χριστιανική πίστις εἶναι ἡ βεβαιότης τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου ὑπό τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης, ὁ ὁποῖος προσέλαβε φιλανθρώπως τήν ἡμετέραν φύσιν καί ἐχαρίσατο ἡμῖν πάλιν τό διά τῆς πτώσεως ἀπολεσθέν «καθ᾽ ὁμοίωσιν», ἱκανώσας ἡμᾶς εἰς τήν κατ᾽ ἀλήθειαν ζωήν ἐν τῷ Σώματι Αὐτοῦ, τῇ Ἐκκλησίᾳ. Σύνολος ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζει τό μυστήριον τῆς θεανθρωπότητος. Ὁ Θεάνθρωπος Σωτήρ ἀνέλαβεν «ἐκκλησίας σάρκα» καί ἔδειξε, «πρῶτος καί μόνος», «τόν ἀληθινόν ἄνθρωπον καί τέλειον καί τρόπων καί ζωῆς καί τῶν ἄλλων ἕνεκα πάντων» . Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ τόπος τῆς «κοινῆς σωτηρίας», τῆς «κοινῆς ἐλευθερίας» καί τῆς ἐλπίδος τῆς «κοινῆς βασιλείας», εἶναι ὁ τρόπος τῆς βιώσεως τῆς ἐλευθεροποιοῦ ἀληθείας, ὁ πυρήν τῆς ὁποίας εἶναι τό ἀληθεύειν ἐν ἀγάπῃ. Ἡ ἀγάπη αὐτή ὑπερβαίνει τά ὅρια τῆς ἁπλῆς ἀνθρωπιστικῆς δράσεως, καθ᾽ ὅτι ἡ πηγή καί τό πρότυπον αὐτῆς εἶναι ἡ ὑπερβαίνουσα τόν ἀνθρώπινον λόγον θεία φιλανθρωπία. «Ἐν τούτῳ ἐφανερώθη ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐν ἡμῖν, ὅτι τόν υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἀπέσταλκεν ὁ Θεός εἰς τόν κόσμον ἵνα ζήσωμεν δι᾽ αὐτοῦ. Ἐν τούτῳ ἐστίν ἡ ἀγάπη, οὐχ ὅτι ἡμεῖς ἠγαπήσαμεν τόν Θεόν, ἀλλ᾽ ὅτι αὐτός ἠγάπησεν ἡμᾶς … Ἀγαπητοί, εἰ οὕτως ὁ Θεός ἠγάπησεν ἡμᾶς, καί ἡμεῖς ὀφείλομεν ἀλλήλους ἀγαπᾶν» . Ὅπου ὑπάρχει ἀγάπη, ἐκεῖ εἶναι παρών ὁ Θεός.

Αὐτή ἡ σωτηριώδης ἀλήθεια πρέπει νά ἐκφράζεται καί εἰς τόν τρόπον μέ τόν ὁποῖον ἑορτάζομεν τό σεπτόν Γενέθλιον τοῦ ἐπισκεψαμένου ἡμᾶς ἐξ ὕψους Σωτῆρος ἡμῶν. Ἡ ἑορτή εἶναι πάντοτε «πλήρωμα χρόνου», καιρός αὐτογνωσίας, εὐχαριστίας διά τό μέγεθος τῆς θείας φιλανθρώπου ἀγάπης, μαρτυρία τῆς ἀληθείας τῆς θεανθρωπότητος καί τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας. Ὁ χριστοτερπής ἑορτασμός τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι μία πρᾶξις ἀντιστάσεως εἰς τήν ἐκκοσμίκευσιν, εἰς τόν ἀποχρωματισμόν τῆς ἑορτῆς καί τήν μετατροπήν της εἰς «Χριστούγεννα χωρίς Χριστόν» καί εἰς πανήγυριν τοῦ Ἔχειν, τοῦ καταναλωτισμοῦ καί τῆς ματαιοδοξίας, καί δή εἰς ἕνα κόσμον πλήρη κοινωνικῶν ἐντάσεων, ἀξιολογικῶν ἀνατροπῶν καί συγχύσεως, βίας καί ἀδικίας, ὅπου τό «παιδίον Ἰησοῦς» εὑρίσκεται καί πάλιν ἀντιμέτωπον μέ ἄτεγκτα συμφέροντα ποικιλωνύμων ἐξουσιῶν.

Τιμιώτατοι ἀδελφοί καί πεφιλημένα τέκνα,

Γενεά παρέρχεται καί γενεά ἔρχεται, καί αἱ ἐπερχόμεναι ἐξελίξεις εἶναι κατ᾿ ἄνθρωπον δυσκόλως προβλέψιμοι. Ἡ γνησία πίστις, ὅμως, δέν ἔχει διλήμματα. Ὁ Λόγος ἐγένετο σάρξ, ἡ «ἀλήθεια ἦλθε» καί «παρέδραμεν ἡ σκιά», μετέχομεν ἤδη τῆς Βασιλείας ἐν τῇ πορείᾳ πρός τήν τελείωσιν τοῦ ἔργου τῆς ἐνσάρκου Θείας Οἰκονομίας. Ἔχομεν ἀκλόνητον τήν βεβαιότητα, ὅτι τό μέλλον ἀνήκει εἰς τόν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος εἶναι «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας», ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι καί θά παραμένῃ τόπος ἁγιασμοῦ καί ἐνθέου βιοτῆς, ἀνακαινίσεως τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου, πρόγευσις τῆς δόξης τῆς Βασιλείας, ὅτι θά συνεχίσῃ «νά δίδῃ τήν εὐαγγελικήν μαρτυρίαν» καί «νά διανέμῃ ἐν τῇ οἰκουμένῃ τά δῶρα τοῦ Θεοῦ: τήν ἀγάπην Του, τήν εἰρήνην, τήν δικαιοσύνην, τήν καταλλαγήν, τήν δύναμιν τῆς Ἀναστάσεως καί τήν προσδοκίαν τῆς αἰωνιότητος». Τό σύγχρονον ἰδεολόγημα περί «μεταχριστιανικῆς» ἐποχῆς εἶναι ἄτοπον. «Μετά Χριστόν», τά πάντα εἶναι, καί μένουν εἰς τόν αἰῶνα, «ἐν Χριστῷ».

Κλίνοντες εὐσεβοφρόνως τά γόνατα ἐνώπιον τοῦ Θείου Βρέφους τῆς Βηθλεέμ καί τῆς βρεφοκρατούσης Παναγίας Μητρός Αὐτοῦ, καί προσκυνοῦντες τόν ἐνανθρωπήσαντα «παντέλειον Θεόν», ἀπονέμομεν, ἐκ τοῦ ἀκοιμήτου Φαναρίου, τοῖς ἀνά τήν οἰκουμένην τέκνοις τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας τήν Πατριαρχικήν ἡμῶν εὐλογίαν ἐπί τῷ Ἁγίῳ Δωδεκαημέρῳ, εὐχόμενοι ὑγιεινόν, ἀγλαόκαρπον καί εὐφρόσυνον τόν νέον ἐνιαυτόν τῆς χρηστότητος τοῦ Κυρίου.

Χριστούγεννα ‚βιη’
† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν