Standing at the Judgment Seat of Christ -Η Κρίση κατά την Δευτέρα Παρουσία.

Last-Judgement-5

Ένα πολύ εμπεριστατωμένο άρθρο για την Κρίση και την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου.

by Fr. Freeman, S.

“Icons do with color what Scripture does with words.”

This statement by the 7th Council aptly describes the work of an icon – but fails to do justice to the reality. Scripture, as words to be read, necessarily becomes linear – words follow words and cannot be read except in the order in which they’re written. Icons, however, can do what Scripture does, but can also bring multiple Scriptures together in a single place, forming something of a commentary. Of course, icons that do this have a tendency to be somewhat jumbled, even busy. Formed by habits of reading, we frequently see such icons and attempt to “read” them, failing to notice the inner relationships within the various items and the commentary that they form.

This is particularly true in the traditional icon of the Last Judgment. Christ is seated (on the cherubim), surrounded by a mandorla, a circle that represents His transcendent glory. From beneath His feet proceeds the river of fire. The apostles are seated with Him. We see some who are being judged (with various demons being pictured as well). Of interest to me are a few details just below the seated Christ. They are the Cross, an altar, and the “balance scales (zygos) of righteousness.” This small collection does something Scripture (in words) cannot do. The three things are placed together because they are one and the same thing.

The Cross is itself the judgment seat of Christ. It is His throne. It is the place from which He reigns. It is also the place of atonement, and is thus the altar. Within the Church, the altar is understood to be both throne, footstool, place of atonement, etc. Lastly, the scales of righteousness, the judgment of Christ itself. Here the judgment is placed in a manner to say that these are all one thing. The Cross is all of these things, and all of these things are the Cross.

The icon directs our attention towards the manner of reading and understanding the Scriptures. Our tendency is to hear “judgment seat of Christ” and immediately picture a law court with the judge presiding, passing sentence. However, when that image is set within the context of the Cross, as in the icon, something different emerges. For example, we have this saying of Christ regarding judgment:

…God did not send His Son into the world to condemn the world, but that the world through Him might be saved. He who believes in Him is not condemned; but he who does not believe is condemned already, because he has not believed in the name of the only begotten Son of God. And this is the condemnation, that the light has come into the world, and men loved darkness rather than light, because their deeds were evil. For everyone practicing evil hates the light and does not come to the light, lest his deeds should be exposed. But he who does the truth comes to the light, that his deeds may be clearly seen, that they have been done in God.” (Joh 3:17-21)

The imagery of judgment is changed. Here, it is not the assignment of punishment and reward, but the self-selection of all regarding the Light. Those who do evil hate the Light. Those who do the truth, are drawn to it. Compared to the imagery of the judge, the fire and the worms, such language is perhaps not as fascinating (in its original sense). But this language does much to reveal Christ’s Cross as the most faithful revelation of Christ’s judgment.

For so it was on the day of His crucifixion. The Judgment is revealed on Golgotha. The two thieves, sheep and goat, right and left respond to the Light. The words of judgment proceed from Christ: “Father, forgive them! They do not know what they are doing!” The hearts of the thieves are revealed (the Light reveals all things). One joins in the mockery of those who crucify and adds his own taunt, “Save yourself and us!” The other, whom tradition calls the “wise thief,” finds paradise in a single moment. He acknowledges his own shame and bears it. In his prayer he enters into communion with Christ. The forgiveness, already spoken by Christ, is made his own.

This is the true character of the Judgment. It is the Judgment prophesied by the elder Simeon when Christ was presented in the Temple as a child:

Then Simeon blessed them, and said to Mary His mother, “Behold, this Child is destined for the fall and rising of many in Israel, and for a sign which will be spoken against…that the thoughts of many hearts may be revealed.” (Luk 2:34-35)

The Light always reveals things to be what they are. The heart of the wise thief is revealed in a manner that is truly surprising, and is not rebuffed. The other thief echoes the words of those who stand about and mock Christ. They rejoice at the shame they imagine themselves to have placed upon Him, though all that is revealed is the darkness and shame of their own lives. They will not bear any of it and would gladly thrust it on God Himself.

The shaming of God is a frequent thing, even to this day. “Why doesn’t God stop the violence, save the children, give us peace, make them stop, etc.?” All of the suffering in the world is a reflection of our own hearts, and we cannot bear it. It is too great in its enormity. Our shame is ultimately of our own making.

Christ brings no word of rebuke to the wise thief (nor to the thief who rejected Him). He says nothing to those who crucify. His words are for their forgiveness (strangely increasing the shame of those who hate the Light). His words are for His mother and His friend. He covers the shame of the wise thief who willingly yielded himself to public view (he acknowledges his crucifixion is just).

As I look at the icon of the Last Judgment, I realize that this same image stands before me every time I serve the Liturgy – the altar and the Cross. It is the dread Judgment seat of Christ.

But if we walk in the light as He is in the light, we have fellowship with one another, and the blood of Jesus Christ His Son cleanses us from all sin. If we say that we have no sin, we deceive ourselves, and the truth is not in us. If we confess our sins, He is faithful and just to forgive us our sins and to cleanse us from all unrighteousness. If we say that we have not sinned, we make Him a liar, and His word is not in us. (1Jo 1:7-10)

That is the Lenten journey. The Cross. The Altar. The Judgment.

A Christian ending to our life, painless, unashamed, peaceful, and a good defense before the dread judgment seat of Christ, let us ask.

Lord, remember me when you come into Your kingdom!

Κυριακή του Ασώτου

π.Θεμιστοκλής ΜουρτζανόςΣχετική εικόνα

Οι άνθρωποι έχουμε έντονο μέσα μας το αίσθημα της κτητικότητας. Μετράμε τι μας ανήκει και όχι μόνο ως προς τα υλικά. Μετράμε δικαιώματα. Την θέση που έχουμε στην ζωή, την εκτίμηση, την καρδιά των άλλων. Τα θέλουμε όλα δικά μας. Δεν συμβιβαζόμαστε εύκολα με κάτι λιγότερο από το “τα πάντα”.

Συχνά ασφυκτιούμε μέσα σε περιβάλλοντα στα οποία αισθανόμαστε ότι η αξία μας δεν αναγνωρίζεται. Ότι αυτό που μας ανήκει, δεν μας δίδεται: από την ελευθερία, την οποία ταυτίζουμε με το δικαίωμα να κάνουμε ό,τι μας ευχαριστεί πραγματικά και να έχουμε όποιον και ό,τι θέλουμε, μέχρι και την δυνατότητα να αξιοποιήσουμε αυτό που μας υπόσχονται, όσοι γνωρίζουμε ότι έχουν ρυθμιστικό ρόλο στην ζωή μας: οι γονείς αρχικά, οι συνάδελφοι στην εργασία, οι προϊστάμενοί μας, οι φίλοι, αυτοί που συνυπάρχουμε.
Γι᾽ αυτὀ και συχνά αισθανόμαστε τον πειρασμό είτε να τα μαζέψουμε όλα και να φύγουμε από το περιβάλλον στο οποίο ζούμε είτε με μισή καρδιά να παραμένουμε, διότι δεν τολμούμε ή υπολογίζουμε σε μελλοντικά κέρδη διά της υπομονής, που δεν είναι όμως της καρδιάς, αλλά του συμφέροντος.

Ανάλογη κάποτε είναι και η σχέση μας με τον Θεό. Αισθανόμαστε σ᾽ αυτήν την σχέση ότι ο Θεός ζητά και μόνο με την παρουσία Του τα πάντα, αποστερώντας μας από την δυνατότητα να χαρούμε την ζωή.  Να αξιοποιήσουμε το μυαλό μας.  Να κάνουμε το σώμα μας να χαρεί.  Να μετάσχουμε στα αγαθά του πολιτισμού.  Να έχουμε ως γνώμονά μας τις επιθυμίες μας.  Να μην φοβόμαστε τον έλεγχό Του. Έτσι, συνειδητά ή ασυνείδητα, μαζεύουμε τα πάντα από όσα δικαιούμαστε, διότι και ο Θεός μας έχει δώσει δικαιώματα, μόνο που εμείς δεν κατανοούμε ότι κοντά Του μπορούμε να τα ζήσουμε, χωρίς και να χάσουμε ό,τι μας αναλογεί από πραγματική χαρά της ζωής που είναι η αγάπη, και φεύγουμε στην χώρα του κόσμου. Δεν μπορούμε να αντέξουμε την αγάπη του Θεού, την αισθανόμαστε έλεγχο, και πλέουμε στο πέλαγος του πολιτισμού, της επιστήμης, της επιθυμίας για ηδονή, θέλοντας να κρύψουμε από την καρδιά μας ότι ο Θεός δεν μας στερεί, αλλά νοηματοδοτεί κάθε τι που υπάρχει στον κόσμο και το διαφυλάσσει από το να γίνει αυτάρκεια, δηλαδή να το θεωρήσουμε ότι υπάρχει για πάντα.

Κλείνουμε την πόρτα στο σπίτι του Θεού που είναι η Εκκλησία και απολαμβάνουμε την άσωτη ζωή μας. Μόνο που η αυτάρκεια έχει τέλος: την στέρηση νοήματος καθώς βλέπουμε τον χρόνο να περνά, την ζωή να τελειώνει και την μοναξιά της ύπαρξης να μην μπορεί να λυτρωθεί στα ξυλοκέρατα των καιρών.
Υπάρχει όμως πάντοτε και μια άλλη κατηγορία ανθρώπων. Είναι εκείνοι που ενώ δεν φεύγουν από τον Θεό, εντούτοις δεν μπορούν να χαρούν την ζωή που ζούνε κοντά Του. Φοβούνται να δοκιμάσουν την χαρά της κοινωνικότητας, της αγάπης, του μοιράσματος. Έχουν μέσα τους ένα διαρκές “πρέπει”, ένα διαρκές “μη”, μην τυχόν και χαλάσει η εικόνα τους έναντι του Θεού, αν φανούν χοϊκοί.
Αν φανούν παιδιά που αποκαλύψουν τις επιθυμίες των καρδιών τους στον πατέρα τους. Φοβούνται έναν Θεό, ο Οποίος στην πραγματικότητα δεν υπάρχει όπως τον σκέπτονται, γιατί είναι Θεός συγκατάβασης, αγάπης, ελπίδας και όχι άτεγκτης δικαιοσύνης. Θα Τον ήθελαν δίκαιο, για να ανταμείβει συνεχώς τους κόπους τους να καταπνίξουν το πρόσωπό τους. Θα Τον ήθελαν δίκαιο, για να καταδικάζει τους άλλους, τους αμαρτωλούς, τους άσωτους, και να δικαιώνει τους ίδιους. Θα Τον ήθελαν δίκαιο, για να τους επιτρέπει αυτό που δικαιούνται, ενώ δεν τους το έχει απαγορεύσει ποτέ. Τα έχουν όλα δικά τους, αλλά φοβούνται να τα χαρούν!
Και οι δύο κατηγορίες ανθρώπων τα έχουν όλα εκ του Θεού. Το κυριότερο: την σωτηρία να είναι είναι παιδιά Του. Την δωρεά της υιοθεσίας κατά χάριν.
Στην μία λείπει η ταπείνωση να μείνουν κοντά Του και να χαρούνε την πληρότητα της αγάπης. Η περιπέτεια της ζωής όμως αφήνει περιθώρια για επιστροφή. Ακόμη κι αν έχουν χάσει τα πάντα, ο Θεός-Πατέρας τους τα ξαναδίνει, όχι για την μετάνοια μόνο, αλλά για την ταπείνωση που δείχνουν να Τον εμπιστευθούν καρδιακά, κυρίως στα πάντα των λαθών τους.
Στην άλλη η ταπείνωση της παραμονής είναι ψεύτικη, διότι την αισθάνονται ως καταναγκασμό. Και γι᾽ αυτό κατακρίνουν. Έτσι, ενώ έχουν τα πάντα, δεν αγαπούνε τον Δωρεοδότη, αλλά Τον θεωρούν ως μέσο για να διατηρήσουν τα προνόμια, χωρίς να μπορούν να ξεφύγουν από ένα αίσθημα μιζέριας, διότι είναι αναγκασμένοι να είναι παιδιά Του. Κι έτσι είναι ικανοί να απαιτούν την πρωτοκαθεδρία κοντά Του, χωρίς τελικά να Τον αγαπούν αληθινά. Απλώς, υπολογίζουν την μέλλουσα ζωή και το όνομά τους.
Η παραβολή του Ασώτου Υιού είναι μία διαρκής υπενθύμιση σε όλους μας να αφηνόμαστε στην αγάπη, την ταπείνωση, την μετάνοια, να μπορούμε να χαρούμε την σχέση μας με τον Θεό ως παιδιά Του, να μην αυτοδικαιωνόμαστε, αλλά να πλαταίνει η καρδιά μας και να χωρά όλο τον κόσμο, ιδίως τους ασώτους, και να μην διαλέγουμε θρησκευτικά τον Θεό ως δικαστή και τηρητή του νόμου, αλλά ως Πατέρα που αγαπά, συγχωρεί και περιμένει δίπλα Του τους πάντες.

Αυτός είναι και ο δρόμος για γνήσιες ανθρώπινες σχέσεις. Η αγάπη είναι τα πάντα, δίνει τα πάντα, συγχωρεί τα πάντα, αφήνει την περιπέτεια της ελευθερίας και μας αφήνει να χαρούμε γι᾽ αυτό που είμαστε και γι᾽ αυτό που μπορούμε να γίνουμε: παιδιά στην καρδιά, αποφασισμένα για να επιστρέφουμε εκεί όπου μας αγαπούνε αληθινά!

 

Nαι, είμαι Φαρισαίος.

diafora-9.jpg

Πάντοτε με προβλημάτιζε η παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου. Με προβλημάτιζε περισσότερο για την ευκολία της επεξήγησης και της ερμηνείας της. Φαρισαίος ο προσευχόμενος για τον “τύπο”, για την ικανοποίηση ότι τον βλέπουν οι άλλοι, ο επιφανειακά θρησκευόμενος και φανατισμένος άνθρωπος . Αυτός που κάνει τους “μεγάλους σταυρούς” και που όλοι παραδεχόμαστε με επίφαση και ευκολία ότι είναι το πιο επικίνδυνο “είδος” για την Εκκλησία. Με αυτό τον τρόπο εύκολα εξαιρούσα τον εαυτό μου από αυτή την κατηγορία και με ψευτοταπεινότητα έπειθα τον εαυτό μου και τους άλλους ότι ανήκω στην κατηγορία του ταπεινού Τελώνη που αναγνωρίζει την αμαρτωλότητα του και ζητάει το έλεος του Θεού.

Είναι όμως έτσι; Μήπως και ο Φαρισαίος δεν προσευχήθηκε, δεν απευθύνθηκε στον Θεό, δεν προσπαθούσε να τηρήσει το θέλημα του Κυρίου μας έστω και προβληματικά; Δεν ήταν αυτός που βρισκόταν μέσα στο ναό προσευχόμενος και απευθυνόμενος σε Αυτόν που θεωρούσε προστάτη και δημιουργό Του;

Μάλλον το πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Ο Φαρισαίος είναι ένας “α λα κάρτ” Χριστιανός. Δεν προσεγγίζει ολιστικά τον Κύριο με σκοπό να παραδοθεί στο θέλημα Του, αλλά επιβεβαιώνει το θέλημα του Θεού μέσα από τις επιφανειακά καλές πράξεις του. Το πρόβλημα του είναι περισσότερο η προαίρεση και λιγότερο το αποτέλεσμα.

Ας έρθουμε στην σημερινή μας πραγματικότητα. Φαρισαίος δεν είμαι εγώ όταν διαδηλώνω για την ελληνικότητα της πατρίδας μου και τα ιερά των προγόνων μου, αλλά μένω παγερά αδιάφορος στους εκατομύρια θανάτους από τις εκτρώσεις, στην πορνογραφία που τρώει τις σάρκες μικρών και μεγάλων, στην ανωμαλία και σεξουαλική διαστροφή που την βαφτίσαμε κανονικότητα, στην εικόνα του ομοφυλόφιλου του Gay Parade που έχει τοποθετήσει εικόνα αγίου στο ύψος των γεννητικών του οργάνων; Φαρισαίος δεν είμαι όταν κλείνω τα μάτια μου στην κατάργηση της παιδείας και των πανεπιστημίων στο όνομα ενός καλά σκηνοθετημένου ασύλου, στην κατάργηση των θρησκευτικών και της Ορθοδοξίας στο όνομα του ψεύτικου σεβασμού της ανεξιθρησκείας; Φαρισαίος δεν είμαι όταν συγχωρώ μόνο αυτούς που με βολεύει ενώ ανέχομαι μόνο κατ’ επιλογή και περίσταση τον διπλανό μου; Φαρισαίος δεν είμαι όταν κλέβω το κράτος επειδή και αυτό με κλέβει, όταν συνευρίσκομαι ερωτικά με πολλούς ή με πολλές επειδή όλοι αυτό κάνουν στην εποχή μας, όταν λέω τα λεγόμενα “κατά συνθήκη” ψέματα; Φαρισαίος δεν είμαι όταν εκνευρίζομαι και αντιδρώ που οι άλλοι δεν αντιλαμβάνονται τα πράγματα όπως εγώ, όταν δεν δέχομαι την άποψη του άλλου, όταν θεωρώ τον εαυτό μου συνεχώς αδικημένο σε σχέση με τον συνάνθρωπο; Φαρισαίος δεν είμαι όταν λυπάμαι με την στεναχώρια του διπλανού μου αλλά αδυνατώ να χαρώ με την χαρά του; Φαρισαίος δεν είμαι όταν εξομολογούμαι τις αμαρτίες μου και τα λάθη μου περιμένοντας συγχώρεση αλλά αδυνατώ να συγχωρήσω τον διπλανό μου ή των συγχωρώ υπό προυποθέσεις; Τέλος Φαρισαίος δεν είμαι όταν κοιτάζω τον εαυτό μου στον καθρέπτη και σκέφτομαι δυνατά: “έλα μωρέ, όλοι το κάνουν. Δεν σκότωσα και κανένα…”

Θα μπορούσα να γράφω σελίδες πολλές για το ποια πράγματα με κάνουν Φαρισαίο. Αλλά και μόνο με αυτά που ανέφερα σε ένα συμπέρασμα καταλήγω:

Ναι, είμαι Φαρισαίος.

π. Ιωάννης Ψωμάς

Υπακοή και υπομονή ως αποτέλεσμα της θυσιαστικής αγάπης των γονέων

f5608-images2b12

Πολλές φορές οι νέοι γονείς έρχονται σε επαφή με θεληματικές και ίσως καμιά φορά ιδιαίτερα αντικοινωνικές συμπεριφορές των παιδιών μέσα στον χώρο της εκκλησίας. Και η δύσκολη αυτή θέση επιφέρει στεναχώρια και προβληματισμό σε ένα χώρο που θα έπρεπε να υπάρχει μόνο θεία χαρά και παρηγορία. Η παρακάτω επιχειρηματολογία μπορεί να έχει κάποιες αντίθετες απόψεις, ή να “ξυπνήσει” αρνητικά συναισθήματα αλλά δεν αποτελεί τίποτα παραπάνω από τροφή για σκέψη και προβληματισμό.

Η εκπαίδευση των νέων μας οφείλει να αρχίζει από πολύ νωρίς, σίγουρα δε από την προσχολική ηλικία. Το νήπιο οφείλει να μάθει με αγάπη να περιορίζει τον θέλημα του και να ανταποκρίνεται στα καλέσματα των γονέων του και ιδιαίτερα σε αυτά της μητέρας.  Η μητέρα (χωρίς να αποδεσμεύεται και ο πατέρας από την συγκεκριμένη ευθύνη), ως πρόσωπο πιο οικείο και αγαπητικό, που θα πρέπει να βρίσκεται δίπλα στο παιδί, οφείλει συνεχώς να φροντίζει να του μαθαίνει το πως στεκόμαστε στο ναό και ποια πρέπει να είναι η συμπεριφορά μας. Η ίδια η στάση της πρέπει να είναι αγαπητική αλλά ταυτόχρονα και εκπαιδευτική. Για να συμβεί αυτό όμως πρέπει να είναι και η ίδια εκπαιδευμένη. Να αναγνωρίζει και να διαισθάνεται η ίδια που βρίσκεται και πως οφείλει να στέκεται στο ναό του Υψίστου. Και αυτό που γνωρίζει να το μεταλαμπαδεύει στα παιδιά της.

Κανείς δεν ζητάει ούτε αγριάδες, ούτε μαλώματα, ούτε εξεζητημένες συμπεριφορές. Το παιδί μαθαίνει μέσα από την αγάπη αλλά και την σταθερή συμπεριφορά που βάζει όρια. Τα όρια αυτά δεν είναι απάνθρωποι κανόνες που η μη τέλεση τους επισύει τιμωρία, αλλά οδοδείκτες συμπεριφοράς που μαθαίνονται με τον χρόνο. Μπορεί να μην πετύχουμε την πρώτη φορά αλλά θα πετύχουμε σίγουρα την πολλοστή. Το παιδί μεγαλώνοντας θα αρχίζει να αναγνωρίζει τα αυτονόητα που δυστυχώς εμείς οι μεγάλοι δεν γνωρίζουμε. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος η εκπαίδευση ξεκινάει από το σπίτι, από το εργαστήριο αγιότητας που λέγαν οι άγιοι μας. Ξεκινάει με την προσευχή των γονιών, με την ανάγνωση των βίων των αγίων, με την οριοθέτηση της συμπεριφοράς  μέσα στο σπίτι. Συνεχίζει με την επεξήγηση μέσω εικόνων και βιβλίων πριν έρθουμε στο ναό. Προχωράει με την συνεχή ομιλία των γονιών για τον Θεό και τους Αγίους του. Και καταλήγει ως επιστέγασμα και κλίμακα παραδείγματος με την συμπεριφορά των γονέων μεταξύ τους. Μία συμπεριφορά που δίνει απλόχερα σεβασμό, αγάπη και ομόνοια στο παντρεμένο ζευγάρι. Έτσι το παιδί σιγά σιγά σιγά αρχίζει και γνωρίζει. Και όχι μόνο γνωρίζει αλλά όταν έρχεται στο ναό καταλαβαίνει και ανταποκρίνεται και αυτό όχι μηχανιστικά αλλά αποκτώντας σταδιακά συνείδηση.

Η εκπαίδευση των παιδιών απαιτεί χρόνο. Θυσιαστικό χρόνο αγάπης που διδάσκει την υπομονή και την υπακοή. Δύο λέξεις τόσο άγνωστες σήμερα, τόσο για τους μικρούς μας φίλους όσο και για εμας τους μεγαλυτέρους. Πως να μιλήσεις στο παιδί για υπομονή όταν μεγαλώσει όταν ποτέ σου δεν το εκπαίδευσες να υπομένει; Τι να του πεις για την υπακοή των αγίων και την υπακοή στον Θεό όταν δεν έμαθε ποτέ να υπακούει στα κελεύσματα των γονιών του; Πως να του μιλήσεις για νηστεία, εξομολόγηση, προσευχή, όταν όλα αυτά επιτάσσουν και την υπομονή και την υπακοή; Πως να το συμβουλεύσεις να μην έχει άγχος και να εμπιστεύεται τον Θεό, όταν δεν του έμαθες ότι πιστεύω σημαίνει εμπιστεύομαι την πρόνοια Του, υπακούοντας στο θέλημα Του. Η πίστη από μόνη της είναι συνδεδεμένη με την υπακοή. Και η υπακοή προυποθέτει ταπείνωση, καταπάτηση του ιδίου θελήματος και του εγωισμού. Μήπως αυτά δεν είναι που μας ζητάει ο Κύριος όταν λέει ότι “Η Βασιλεία των Ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. 11, 12);

Η εκπαίδευση λοιπόν είναι και οφείλει να είναι μέρος της αγάπης μας προς το δώρο που μας έδωσε ο Θεός. Αν δεν εκπαιδεύσουμε το παιδί μας τώρα που είναι μικρό, μεγαλώνοντας θα είναι πολύ αργά. Το “όχι” και το “μη” δεν συνιστούν απρόσωπη αυστηρή συμπεριφορά με σκοπό την καταπάτηση της ελευθερίας και της προσωπικότητας. Αποτελούν αναγκαία στοιχεία διαπαιδαγώγησης που διδάσκουν την σύνεση, τον σεβασμό και την συνύπαρξη σε ένα κόσμο που τόσο πολύ τα στερείται. Προυποθέτουν δε κόπο, συνεχή ενασχόληση, αγώνα και πολύ, μα πάρα πολύ αγάπη, ώστε να περάσουν στο παιδί όχι ως τιμωρίες αλλά ως φάροι, ως οδοδείκτες μίας Ορθόδοξης συμπεριφοράς. Η διόρθωση γίνεται με το παράδειγμα και με την αγάπη. Μία αγάπη όμως που δεν λέει σε όλα ναι.

π. Ιωάννης Ψωμάς